Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ζᾶ" on this wiki. See also the other search results found.

  • Full diacritics: ζᾶ Medium diacritics: ζᾶ Low diacritics: ζα Capitals: ΖΑ Transliteration A: zâ Transliteration B: za Transliteration C: za Beta
    424 bytes (25 words) - 08:40, 8 July 2020
  • Αρχαίας Ελληνικής («ζάπλουτος» — πολύ πλούσιος, πάμπλουτος). [ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. λ. ζα. ΣΥΝΘ. ζάπλουτος αρχ. ζάβατος, ζάδηλος, ζαής, ζάθεος, ζαθερής, ζάκοτος, ζακρυόεις
    760 bytes (48 words) - 06:48, 1 January 2019
  • ζά: [ᾰ], I. Αιολ. αντί διά· ζὰ τὰν σὰν ἰδέαν, σε Θεόκρ. II.ζα-, αχώριστο πρόθεμα = δα-, ἀρι-, ἐρι-, πολύ, αρκετά, όπως στα ζά-θεος, ζά-κοτος, ζα-μενής
    3 KB (298 words) - 08:54, 8 July 2020
  • ἔτσι» — του έστειλε αυτές τις παραγγελίες) 10. (επεξηγ.) δηλαδή («ἑξακόσια ζᾱ, ἔτσι πρόβατα, γίδια, ἀρνιά», μσν. κείμ.). [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Πιθ.
    5 KB (390 words) - 12:20, 15 February 2019
  • επίθημα -ζα. Η ποσότητα του μακρού -ᾱ- του τ. παραμένει ανερμήνευτη, παρ' ότι έχει διατυπωθεί η άποψη ότι οφείλεται σε μια αμάρτυρη έρρινη μορφή μάγγ-ζα. Η άποψη
    4 KB (379 words) - 23:40, 31 December 2018
  • ἐν. λ. ζὰ = διά.) Οὐδετ. ζάκορον, γυναικάριον Ν. Χων. σ. 759. 8 (Βόνν.). ου (ὁ, ἡ) prêtre préposé au service d’un temple. Étymologie: ζα- ou ζά-, κορέω ;
    6 KB (467 words) - 08:50, 8 July 2020
  • préfixe augmentatif; très, fort, v. ζαής, ζάθεος, etc.
    112 bytes (8 words) - 19:59, 9 August 2017
  • εμφανίζεται από παρετυμολογικό συσχετισμό αντί του δα- το επιτακτικό πρόθυμα ζα- (πρβλ. ζακόρος, ζακρυόεις)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    2 KB (158 words) - 07:02, 29 September 2017
  • 1159 u. Hesych. μέγα, ἰσχυρόν, πολύ, sehr (vgl. δα –); Plut. Symp. 5, 4, 1 τὸ ζᾶ μέγεθος εἴωθε σημαίνειν. – In einigen Zusammensetzungen dialektisch für διά
    3 KB (283 words) - 18:46, 8 July 2020
  • temple-gardian makes the analysis in ζα-κόρος very probable, where ζα- may stand for δα- (cf. on ζά) as in ζά-πεδον for δά-πεδον; ζα-κόρος then prop. "house-cleaner"
    2 KB (241 words) - 18:29, 8 July 2020
  • eisen (als teken van overgave) Hdt. 5.18.1. γῆ: {gē̃} Forms: dor. γᾶ, kypr. ζᾶ Grammar: f. Meaning: Erde, Land (seit Il.); ion. plur. γέαι Neubildung (Schwyzer
    38 KB (4,594 words) - 22:25, 7 July 2020
  • Étymologie: ζα-, πλοῦτος. -η, -ο (Α ζάπλουτος, -ον) πολύ πλούσιος, βαθύπλουτος («πολλοὶ μὲν γὰρ ζάπλουτοι ἀνθρώπων ἀνόλβιοί εἰσι», Ηρόδ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ζα- + πλούτος]
    2 KB (114 words) - 14:15, 30 June 2020
  • violence. Étymologie: ζα-, ἄημι. ζαής, -ὲς (Α) (για άνεμο) αυτός που πνέει ισχυρά, σφοδρός. [ΕΤΥΜΟΛ. Σύνθ. από το επιτατικό μόριο ζα- και το -ᾱής (< άος
    3 KB (275 words) - 08:35, 8 July 2020
  • Prefix,    A = ζα-, as in δάσκιος, δαφοινός. Abbreviations: ALL | General | Authors & Works δᾰ-: ἐπιτατικὸν προθεματικὸν μόριον =ζα- (ἴδε ἐν Ζ), ὡς
    2 KB (184 words) - 14:30, 2 October 2019
  • ημερ(ο)- + -καλλές (ουδ. του β' συνθετικού επιθέτων -καλλής < κάλλος, πρβλ. ζα-καλλής, περι-καλλής]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    561 bytes (36 words) - 07:16, 29 September 2017
  • επί + ζάφελος. Άγνωστης ετυμολογίας. Εικάζεται ότι το ζα αποτελεί αιολ. τ. της πρόθεσης διά (πρβλ. ζα-χρηής)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    5 KB (424 words) - 08:35, 16 July 2020
  • ‘construir’, etc.) y πέδον q.u. δάπεδον: [ᾰ], τό (πιθ. αντί ζά-πεδον, δηλ. διάπεδον, βλ. ζα-), κάθε επίπεδη επιφάνεια· πάτωμα ενός δωματίου (ό,τι και στη
    12 KB (1,222 words) - 22:25, 7 July 2020
  • επιζάφελος χωρίς την πρόθεση επί- και άγνωστης προελεύσεως. Οπωσδήποτε το ζα- είναι αιολική μορφή του δια-]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    483 bytes (37 words) - 07:15, 29 September 2017
  • δεντρογαλιά. [ΕΤΥΜΟΛ. < ζα- + -μενής (< μένος) πρβλ. δυσ-μενής, ευ-μενής. Ο επιστημον. όρος ζαμενής είναι αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ. zamenis (< ζα-μενής)]. Αναζήτηση
    5 KB (418 words) - 08:40, 8 July 2020
  • ζαχρηεῖς… κατὰ κρατερὰς ὑσμίνας 12.347, cf. 13.684; cf. ζαχραής, ζαχρειής. (From ζᾰ- and χράω (B); cf. ἐπιχράω (B).) Abbreviations: ALL | General | Authors &
    6 KB (561 words) - 08:45, 8 July 2020

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)