Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ζῆν" on this wiki. See also the other search results found.

  • inf. prés. de ζάω. ζῆν: inf. к ζάω. ζῆν = endure, exist, last, maintain oneself, make a living, obtain sustenance, pick up a living, support oneself
    291 bytes (47 words) - 16:10, 4 July 2020
  • Ζηνός; dat. Ζηνί, acc. Ζῆνα, acc. apocopé Ζῆν, voc. Ζήν; c. Ζεύς.
    167 bytes (12 words) - 19:31, 9 August 2017
  • exist: P. and V. ζῆν, εἶναι. breathe: P. and V. ἐμπνεῖν (Plato), V. ἔχειν πνοάς, or use V. φῶς ὁρᾶν (cf. P. οἳ νῦν ὁρῶσι τοῦ ἡλίου τὸ φῶς δι' ἐμέ) (Andoc
    3 KB (321 words) - 09:01, 10 December 2020
  • — υποστηρίζομαι β) «τα φέρνω γύρω» — τα καταφέρνω, εξοικονομώ τα προς το ζην γ) «φέρνω γύρω» — περιφέρομαι. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη |
    508 bytes (44 words) - 06:26, 29 September 2017
  • βίος, ὁ, Ar. and V. βίοτος, ὁ. make a living, v.: P. βιοτεύειν, Ar. and P. ζῆν, P. and V. διαζῆν, V. συλλέγειν βίον. worth living, adj.: Ar. and P. βιωτός
    1 KB (116 words) - 09:01, 10 December 2020
  • θανόντες; ζῶν καὶ ὤν, pleonastisch, Dem.; τὸ ζῆν, das Leben, Plat. Phaed. 71 d; ἡ ψυχὴ εἰς τὸ ζῆν ἰοῦσα 77 d; – ζῆν τὸν ἄλλον βίον Dem. 24, 115; vgl. Her. 4
    31 KB (4,088 words) - 11:40, 20 April 2021
  • Δι(Ϝ)ί, dat. also ΔιϜεί (e. g. ΔιϜεί-φιλος; ), acc. Ζῆν, since Hom. also Δί-α, Ζῆν-α with Ζην-ός, -ί; nom. Ζήν (A. Supp. 162 [lyr.]; or voc.?), Ζάν (Pythag.
    56 KB (6,090 words) - 11:40, 20 April 2021
  • (absol.). last: P. and V. μένειν, παραμένειν, ἀντέχειν, P. συμμένειν, V. ζῆν, Ar. and P. διαγίγνεσθαι. hold good: P. and V. ἐμμένειν. be left: P. and V
    1 KB (91 words) - 11:05, 10 December 2020
  • γῆ», Αριστοτ.) 2. η χαρά της ζωής («ὡς ἐνούσης τινὸς εὐημερίας ἐν αὐτῷ [τῷ ζῆν] καὶ γλυκύτητος φυσικῆς», Αριστοτ.) 3. (για το σώμα) ευεξία, καλή κατάσταση
    2 KB (117 words) - 06:45, 28 March 2021
  • last: P. and V. μένειν, παραμένειν, ἀντέχειν, P. συμμένειν, διαμένειν, V. ζῆν. hold good: P. and V. ἐμμένειν. ⇢ Look up "endure" on Perseus Dictionaries
    2 KB (137 words) - 20:25, 9 December 2020
  • (absol.), καρτερεῖν (absol.). maintain oneself, make a living: Ar. and P. ζῆν, P. and V. διαζῆν, P. βιοτεύειν, V. συλλέγειν βίον. hold out: P. and V. ἀντέχειν
    2 KB (153 words) - 09:10, 10 December 2020
  • εκφορά νεκρού, κηδεία 2. έξοδα, δαπάνη 3. εκστρατεία 4. φρ. «ἔξοδον τοῦ ζῆν, τοῦ βίου» — ο θάνατος μσν. 1. μισθός 2. επιχορήγηση 3. πρόσοδοι 4. κόπος
    3 KB (213 words) - 12:35, 15 February 2019
  • 10.11; β. ζωῆς Pl.Epin.982a (cf. βιοτή) ; ζῆν θαλάττιον β. Antiph.100; ἀμέριμνον ζῆν β. Philem.92.8; λαγὼ β. ζῆν δεδιὼς καὶ τρέμων D.18.263; σκληρὸς τῷ β
    50 KB (5,296 words) - 13:20, 13 March 2021
  • 189. βιομηχανία: ἡ, ἐπιμέλεια, δραστηριότης ἐν τῷ πορίζεσθαι τὰ πρὸς τὸ ζῆν, Ἀντιφῶν παρὰ Πολυδ. Ζ΄, 189. η (Α βιομηχανία) βιομήχανος κλάδος παραγωγής
    860 bytes (70 words) - 19:00, 28 March 2021
  • απερίσκεπτα, πρόχειρα αρχ. με πραότητα, με ησυχία («εὐθύμως τε καὶ εὐκόλως ζῆν», Ξεν.). [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Τόσο η αρχαία σύνδεση του β' συνθετικού
    3 KB (243 words) - 19:00, 28 March 2021
  • Hdt.5.10 (of bees), Ar.V.551, Pl. 443, etc.; πᾶν ὅ τι περ ἂν μετάσχῃ τοῦ ζῆν ζῷον ἂν λέγοιτο Pl.Ti.77b; ζῷα, opp. φυτά, Id.Phd.70d, 110e, etc.; ζ. θαλάττιον
    10 KB (1,121 words) - 11:45, 20 April 2021
  • obtain sustenance, support oneself: P. and V. διαζῆν, P. βιοτεύειν, Ar. and P. ζῆν. ⇢ Look up "sustenance" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus
    558 bytes (52 words) - 11:41, 10 December 2020
  • αναντίρρητα, αναμφίβολα αρχ. σύμφωνα με κάτι («ὁμολογουμένως τῇ φύσει ζῆν», Ζην.). [ΕΤΥΜΟΛ. Επίρρ. σχηματισμένο από τη μτχ. της μεσ. φωνής του ρ. ὁμολογῶ]
    485 bytes (38 words) - 12:09, 29 September 2017
  • ἔχειν τι to be amply provided with, Procop.Pers.1.21, al.: Sup. διαρκέστατα ζῆν in complete competence, X.Mem.2.8.6. * Abbreviations: ALL | General | Authors
    6 KB (539 words) - 00:35, 30 December 2020
  • or show, Id.Tr.1201; ὁ εἰς κ. βίος, opp. αἰσχρουργία, X. Ages.9.1; ἐς κ. ζῆν Id.Cyr.8.1.33; but ἐς κ. κυνηγετεῖν hunt for pleasure, Arr.Cyn.25.9: in pl
    18 KB (1,670 words) - 16:50, 19 March 2021

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)