Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "θάνατος" on this wiki. See also the other search results found.

  • Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο θάνᾰτος: ὁ (θνῄσκω), I. 1. θάνατος, σε Όμηρ., κ.λπ.· θάνατος τινος, ο θάνατος που επαπειλείται από κάποιον, σε Ομήρ
    39 KB (3,501 words) - 12:27, 2 March 2019
  • ου (ὁ) : la Mort personnifiée. Étymologie: θάνατος. Θάνᾰτος: ὁ Танатос (бог смерти, брат Сна Hom., сын Ночи Hes.).
    233 bytes (18 words) - 21:44, 31 December 2018
  • επιφέρει κόπωση 2. ξεκούραση, καθησύχαση 3. ξεκούραση στην αιωνιότητα, θάνατος μσν.- νεοελλ. 1. ησυχία, ηρεμία 2. ειρηνικός βίος, ευημερία, ευμάρεια, άνεση
    1 KB (107 words) - 06:53, 29 September 2017
  • subs. P. and V. θάνατος, ὁ, ὄλεθρος, ὁ, τελευτή, ἡ, V. μόρος, ὁ, μοῖρα, ἡ, Ἅιδής, ὁ, τὸ θνήσκειν, πότμος, ὁ; see destruction. On the point of death, adj
    565 bytes (60 words) - 09:26, 21 July 2017
  • η (AM ἀπώλεια) 1. το να χαθεί κάποιος ή κάτι 2. ο θάνατος, ο χαμός 3. ηθική καταστροφή, διαφθορά νεοελλ. 1. ζημιά, βλάβη 2. ελάττωση της αρχικής ποσότητας
    1 KB (82 words) - 10:50, 23 December 2018
  • εὐθάνατος, -ον (Α) φρ. «εὐθάνατος θάνατος» — η ευθανασία. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + θάνατος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό |
    312 bytes (20 words) - 07:14, 29 September 2017
  • απαιτητή μσν.-αρχ. σύνορο, όριο αρχ. 1. γραμμ. κατάληξη 2. έσχατο σημείο 3. θάνατος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    809 bytes (64 words) - 07:33, 29 September 2017
  • η (AM ἀπαλλαγή) 1. λύτρωση, ανακούφιση από κάτι δυσάρεστο 2. τέλος, θάνατος «την κακή σου την απαλλαγή» (κατάρα) αρχ. «ἀπαλλαγὴ βίου» (Ιπποκρ.), «ἀπαλλαγὴ
    1 KB (80 words) - 06:56, 29 September 2017
  • (AM θανατῶ, -όω) θάνατος 1. επιφέρω σε κάποιον τον θάνατο, σκοτώνω (α. «παρά μικρόν δέν ἔλειψεν ἵνα μὲ θανατώσουν», Πρόδρ. β. «τὸν μὲν ἔφερε θανατώσων
    2 KB (47 words) - 07:17, 29 September 2017
  • μτφ. γεγονός που προκαλεί βαθιά λύπη ή σοβαρή υλική ή ηθική ζημιά (α. «ο θάνατος του παιδιού του ήταν μεγάλο πλήγμα» β. «οι συνεχείς χιονοπτώσεις κατέφεραν
    981 bytes (72 words) - 12:18, 29 September 2017
  • (ΑΜ νέκρωσις) νεκρώ 1. διακοπή της ζωής, θανάτωση 2. νεκρική κατάσταση, θάνατος 3. μτφ. αμβλύτητα, παράλυση, μαρασμός, απονέκρωση («νέκρωσιν χρὴ νοεῑν ψυχῆς
    1 KB (86 words) - 12:02, 29 September 2017
  • αὐτοκτόνος u. ähnl. angenommen. κτόνος: ὁ, θάνατος, φόνος, εὕρηται παρὰ τῷ Ζωναρᾷ 1260. κτόνος, ὁ (Μ) φόνος, θάνατος. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. σχηματίστηκε υστερογενώς
    947 bytes (54 words) - 06:42, 29 September 2017
  • ανυπαρξία (α. «στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων» β. «στέρησις αἰσθήσεως ὁ θάνατος», Επίκ.) νεοελλ. 1. η έλλειψη τών αναγκαίων για τη ζωή, ανέχεια, ένδεια
    1 KB (94 words) - 12:32, 29 September 2017
  • η (AM ἔκλειψις) 1. (για ουράνιο σώμα) μερική ή ολική συσκότιση 2. ο θάνατος σημαντικού ή προσφιλούς προσώπου 3. έλλειψη είδους, καταναλωτικού αγαθού, κ
    720 bytes (56 words) - 07:07, 29 September 2017
  • μνήμη», για κάποιον που πέθανε «αιώνια ανάπαυση» και «αιώνιος ύπνος», ο θάνατος «αιώνια ζωή», η μετά θάνατον ζωή «αιώνιον πυρ», κόλαση «αιώνιες μονές»,
    2 KB (125 words) - 06:19, 29 September 2017
  • πεθαίνει από φυσικό θάνατο. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιδιο- + -θάνατος (< θάνατος), πρβλ. ετοιμο-θάνατος, μελλο-θάνατος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    459 bytes (27 words) - 07:18, 29 September 2017
  • ανθρώπου, Σοφ. β) «ὁ μετὰ ῥώμης γιγνόμενος θάνατος» — θάνατος που επέρχεται σε κατάσταση απόλυτης ισχύος ή θάνατος που επέρχεται στο άνθος της ηλικίας κάποιου
    2 KB (148 words) - 12:27, 29 September 2017
  • χρησιμοποίηση μέσου μεταφοράς νεοελλ. 1. φρ. α) «αγύριστο ταξίδι» μτφ. ο θάνατος β) «καλό ταξίδι» — ευχή σε άτομο που πρόκειται να ταξιδέψει γ) «γραφείο
    2 KB (182 words) - 12:53, 29 September 2017
  • σκοτώσουν ή τον εξόντωσαν, τον σκότωσαν β) «το αιώνιο σκοτάδι» i) τυφλότητα ii) θάνατος. [ΕΤΥΜΟΛ. < σκότος + υποκορ. κατάλ. -άδι(ον), πρβλ. σημ-άδι(ον)]. Αναζήτηση
    2 KB (120 words) - 12:29, 29 September 2017
  • νεοελλ. λήξη ορισμένης χρονικής περιόδου («εκπνοή προθεσμίας») αρχ. 1. θάνατος 2. αναθυμίαση ή πνοή σε μορφή ατμού 3. το στόμιο απ' όπου εξατμίζεται κάτι
    562 bytes (48 words) - 07:07, 29 September 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)