Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "θέμεν" on this wiki. See also the other search results found.

  • θέμεναι, int. aor. II. act. zu τίθημι. θέμεν: θέμεναι, ἴδε ἐν λ. τίθημι. inf. ao.2 épq. de τίθημι. θέμεν: θέμεναι, Επικ. αντί θεῖναι, απαρ. αορ. βʹ
    894 bytes (47 words) - 21:44, 31 December 2018
  • (κρύπ-τω), κρυφὸν θέμεν, ρίχνω ένα σύννεφο από πάνω, σε Πίνδ. κρυφός -οῦ, ὁ [κρύπτω] verborgenheid, heimelijkheid; pred.: κρυφόν τε θέμεν ἐσλῶν καλοῖς ἔργοις
    4 KB (281 words) - 03:25, 10 January 2019
  • of θεοί, Hdt.2.52; of human beings, administer, manage, [τι] κακῶς θέμεν, εὖ θέμεν, Thgn.845,846; τὰ δ' ἄλλα φροντὶς . . θήσει δικαίως A.Ag.913; ἐγὼ καὶ
    215 KB (20,888 words) - 14:45, 3 October 2019
  • 2.43; μήτε στήλαις μήτε ὀνόμασι δηλοῦντας τοὺς τάφους Pl.Lg.873d; στάλαν θέμεν Παρίου λίθου λευκοτέραν (metaph. of a poet) Pi.N.4.81.    2 monument inscribed
    35 KB (3,103 words) - 15:55, 2 October 2019
  • ον,    A not done, undone, πεπραγμένων ἀποίητον θέμεν ἔργων τέλος Pi.O.2.18; ἀ. πάμπολλ' ἐστίν Men.113.    2 not to be done, impossible, Plu.Cor.38.    II
    8 KB (664 words) - 11:55, 10 January 2019
  • Helme fliegende Loos, u. übh. das Loos (ion. u. poet. = κλῆρος); ἂμ πάλον θέμεν, Pind. Ol. 7, 61; Ἐτεόκλῳ τρίτος πάλος ἐξ ὑπτίου πήδησεν εὐχάλκου κράνους
    6 KB (485 words) - 15:30, 2 October 2019
  • πατέρος Ἀθαναία κορυφὰν κατ' ἄκραν ἀνορούσαισ (Byz.: Ἀθηναία codd.) (O. 7.36) “θέμεν Ἱππίᾳ βωμὸν εὐθὺς Ἀθάνᾳ.” v. Paus. 2. 4. 5 (O. 13.82) μόλεν Δανάας ποτὲ παῖς
    2 KB (151 words) - 10:00, 11 February 2019
  • Étymologie: Πάρος. Πᾰρῐος    1 Parian from the island of Paros. στάλαν θέμεν Παρίου λίθου λευκοτέραν (N. 4.81) -α, -ο Πάρος 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται
    1 KB (126 words) - 11:15, 14 January 2019
  • ὥτε μέλισσα θύνει λόγον (P. 10.53) Ὀρτυγία, σέθεν ἁδυεπὴς ὕμνος ὁρμᾶται θέμεν αἶνον ἀελλοπόδων μέγαν ἵππων (N. 1.5) ἄρχε δ, οὐρανοῦ πολυνεφέλα κρέοντι
    18 KB (1,828 words) - 14:35, 3 October 2019
  • ἀκτίς, ἀκτίνων σέλας, Ar.Av.1092 (lyr.), 1711; στέφανοι Pi.P.2.6; πρόσωπον θέμεν τ. to make it beam from afar, Id.O.6.4: metaph., τ. νοῦς luminous meaning
    9 KB (677 words) - 11:15, 10 January 2019
  • τῆς σελήνης, Σοφ. Ἀποσπ. 713· - μεταφορ., ἀρχομένου δ’ ἔργου πρόσωπον χρὴ θέμεν τηλαυγές, «παντὸς γὰρ ἔργου, φησίν, ἀρχομένου περίβλεπτον καὶ ἐξαίρετον δεῖ
    39 KB (4,173 words) - 14:20, 3 October 2019
  • δίκᾳ τε καὶ παρὰ δίκαν ἀποίητον οὐδ' ἂν χρόνος δύναιτο θέμεν ἔργων τέλος (O. 2.17) κρυφόν τε θέμεν ἐσλῶν καλοῖς ἔργοις (Aristarchus ap. Σ: ἐσλὸν κακοῖς codd
    88 KB (9,177 words) - 13:40, 3 October 2019
  • κρατέων πάλᾳ (O. 8.20) ὁ δὲ πάλᾳ κυδαίνων Ἔχεμος Τεγέαν (O. 10.66) τό μοι θέμεν Κρονίδᾳ τε Δὶ καὶ Νεμέᾳ Τιμασάρχου τε πάλᾳ ὕμνου προκώμιον εἴη (N. 4.10)
    2 KB (139 words) - 11:40, 9 January 2019
  • cf. Ammon.Diff.p.79 V.; τῶν δὲ πεπραγμένων ἀποίητον οὐδ' ἂν χ. δύναιτο θέμεν τέλος P.O.2.17; μυρίος χ. Id.I.5(4).28, S.OC618; μακρὸς κἀναρίθμητος χ. Id
    71 KB (6,676 words) - 14:40, 3 October 2019
  • ἐπιφλέγων ἀοιδαῖς (O. 9.21) εἰ δέ τοι μάτρῳ μ' ἔτι Καλλικλεῖ κελεύεις στάλαν θέμεν (N. 4.79) esp. in maxims, τὸ διδάξασθαι δέ τοι εἰδότι ῥᾴτερον (O. 8.59) ποτὶ
    23 KB (2,017 words) - 16:00, 2 October 2019
  • 91) πιθέσθαι κελήσατό μιν, ὅταν δ' εὐρυσθενεῖ καρταίποδ ἀναρύῃ Γαιαόχῳ, θέμεν βωμόν (O. 13.80) τίθησι ὅταν καταζευγνύῃ σθένος ἵππιον (P. 2.10) ἐν πάντα
    21 KB (2,550 words) - 14:10, 3 October 2019
  • conflicting arguments, E.Hec.130 (anap.); πρός τι D.S.17.114; ἀμφὶ Κυράνας θέμεν σ. ἅπασαν Pi.P.4.276; ὅτου χάριν σ. ἔθου τήνδ' S.Aj.13; σ. ἔχειν, c. inf
    41 KB (3,835 words) - 14:40, 3 October 2019
  • mother's brother, uncle εἰ δέ τοι μάτρῳ μ' ἔτι Καλλικλεῖ κελεύεις στάλαν θέμεν (N. 4.80) καὶ νῦν τεὸς μάτρως ἀγάλλει κείνου ὁμόσπορον ἔθνος, Πυθέα (Mingarelli
    2 KB (194 words) - 12:20, 31 December 2018
  • (Melitea III d.C.), Eust.64.44 I 1repetición de las suertes ἄμπαλον μέλλεν θέμεν iba a repetir el sorteo Pi.l.c., cf. Eust.l.c., 1434.28. 2 renovación de
    2 KB (152 words) - 12:30, 10 January 2019
  • 84, 17, κρυφός), ὁ, = κρύψις, κρυφιότης, Ἐμπεδ. 59 Karst.· ἐθέλων κρύφον θέμεν, «κρύψιν θέλων καὶ ἀφανισμὸν θεῖναι» (Σχόλ.), Πινδ. Ο. 2. 177. ΙΙ. ἀπόκρυφος
    2 KB (125 words) - 23:12, 31 December 2018

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)