Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "θαρραλέος" on this wiki. See also the other search results found.

  • θάρρος. -α, -ο (AM θαρσαλέος, νεώτ. αττ. τ. θαρραλέος, -α, -ον) άφοβος, τολμηρός, γεμάτος θάρρος (α. «θαρραλέος μαχητής» β. «θαρσαλέα φωνά», Πίνδ.) αρχ. 1
    3 KB (208 words) - 20:00, 30 December 2018
  • [Seite 1187] später gew. statt des ion. u. altatt.θαρσαλέος, w. m. s.
    157 bytes (13 words) - 19:17, 2 August 2017
  • -α, -ο (ΜΑ ἀνδρεῑος, -εία, -ον) γενναίος, θαρραλέος νεοελλ. το ουδ. ως ουσ. το ανδρείο(ν) βοτ. ο ανδρώνας του άνθους αρχ. 1. αυτός που ταιριάζει σε άνδρα
    1 KB (88 words) - 11:00, 23 December 2018
  • -ή, -ό 1. τολμηρός, θαρραλέος, ριψοκίνδυνος 2. (για πράξεις) αυτός που συντελείται μετά από τολμηρή απόφαση 3. κρίσιμος, μεγάλης σημασίας («αποφασιστική
    621 bytes (44 words) - 06:22, 29 September 2017
  • ανήκει ή αφορά σε άνδρα, ανδροπρεπής, αντρίκιος 2. ανθεκτικός, καρτερικός, θαρραλέος αρχ. 1. εκείνος που αποτελείται από άνδρες 2. μεγάλος, μεγάλης χωρητικότητας
    617 bytes (48 words) - 06:54, 29 September 2017
  • «ευγενής στην καταγωγή, γενναίος, ανδρείος» Όμ., αρχ. θρασύς «τολμηρός, θαρραλέος, γενναίος», τολμηρός και ανδρείος. ΠΑΡ. γενναιότητα μσν. γενναιάζω. ΣΥΝΘ
    3 KB (218 words) - 07:01, 29 September 2017
  • «είμαι έτοιμος να κάνω ό, τι μού πεις») 3. ο τολμηρός, ο ριψοκίνδυνος, ο θαρραλέος (α. «είμαι έτοιμος για όλα» β. «τὴν τοῦ Βρασίδου γνώμην ὁρῶντες ἑτοίμην»
    8 KB (564 words) - 12:20, 15 February 2019
  • σωματοφύλακας στην υπηρεσία πλουσίων και ισχυρών 2. (ως επίθ. αρσ.) γενναίος, θαρραλέος, ανδρείος νεοελλ. πληρωμένος ταραχοποιός που ενεργεί για λογαριασμό άλλου
    910 bytes (55 words) - 11:57, 29 September 2017
  • c. θαρραλέος. (θάρσος), comp. -εώτερον: courageous, daring, bold; in bad sense, Od. 17.449.—Adv., θαρσαλέως. θαρσαλέος, -α, -ον (AM) θαρραλέος. [ΕΤΥΜΟΛ
    9 KB (704 words) - 11:25, 26 February 2019
  • μπράβο η επιδοκιμασία. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. bravo! < ιταλ. bravo «έξοχος, θαρραλέος»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό |
    632 bytes (45 words) - 11:55, 29 September 2017
  • -η, -ο (ΑΜ εύτολμος, -ον) αυτός που έχει τόλμη, ο τολμηρός, ο θαρραλέος, ο σθεναρός νεοελλ.-μσν. αποφασιστικός αρχ. επιγρ. (με κακή σημ.) θρασύς. επίρρ
    866 bytes (57 words) - 07:15, 29 September 2017
  • -ές (ΑΜ εὐθαρσής, -ές) 1. αυτός που έχει πολύ θάρρος, ο θαρραλέος αρχ. 1. (για μεταφραστές) ο τολμηρός 2. ο ασφαλής, ο ακίνδυνος («αἱ δὲ φανεραὶ φυλακαὶ
    1 KB (85 words) - 07:14, 29 September 2017
  • θυμωμένος, -η, -ο α) αγριεμένος, οργισμένος β) άγριος, ανήμερος γ) ψυχωμένος, θαρραλέος αρχ. 1. (για ζώα) είμαι άγριος, ατίθασος, δυσήνιος 2. (το ουδ. της μτχ
    4 KB (288 words) - 15:20, 15 January 2019
  • άνθρωπος 2. ιερός νεκρός στον οποίο αποδίδονται μεταθανάτιες τιμές 3. θαρραλέος, ατρόμητος που φτάνει ως την αυτοθυσία για κάποιο ανώτερο σκοπό νεοελλ
    4 KB (329 words) - 06:40, 29 September 2017
  • θάνατον PLAT être plein de résolution en face de la mort. Étymologie: θαρραλέος.
    231 bytes (21 words) - 19:58, 9 August 2017
  • -ή, -ό, Ν 1. πονόψυχος, καλόψυχος 2. θαρραλέος, τολμηρός. [ΕΤΥΜΟΛ. < ψυχή + κατάλ. -ερός (πρβλ. βροχ-ερός)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    383 bytes (25 words) - 06:29, 29 September 2017
  • μεγαλοκάρδιος, -ία, -ον (Μ) θαρραλέος, γενναίος. επίρρ... μεγαλοκαρδίως (Μ) μεγαλόκαρδα, μεγαλόψυχα. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    243 bytes (20 words) - 07:36, 29 September 2017
  • -εῖα, ύ θηλ. θρασέα χάριν τοῦ μέτρου, Φιλήμ. Γάμ. 4∙ (ἴδε ἐν τέλ.)∙ - θαρραλέος, τολμηρός, γενναῖος, Λατιν. audax, Ὁμηρικὸν ἐπίθετον τοῦ Ἕκτορος, Ἰλ. Θ
    17 KB (1,502 words) - 08:10, 13 September 2019
  • μωαμεθανός μοναχός που ζει φτωχικά συνήθως μαζί με άλλους σε τεκέ 2. θαρραλέος («τα λέει σαν δερβίσης») 3. άνθρωπος που δεν εργάζεται και περνάει ξεκούραστα
    635 bytes (47 words) - 07:03, 29 September 2017
  • (I) -η, -ο (ΑΜ εὔψυχος, -ον) γενναιόψυχος, ανδρείος, θαρραλέος, εύτολμος, αποφασιστικός, γενναιόκαρδος, λεοντόκαρδος αρχ. το ουδ. ως ουσ. τὸ εὔψυχον η
    1 KB (71 words) - 13:38, 8 January 2019

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)