Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "θητεία" on this wiki. See also the other search results found.

  • travail à la journée. Étymologie: θητεία. η θητεύω (Α θητεία) 1. η υπηρεσία τών κληρωτών στον στρατό, η στρατιωτική θητεία, το στρατιωτικό 2. το χρονικό
    3 KB (198 words) - 23:20, 9 January 2019
  • καλῶς ὑπηρετοίην τῷ παρόντι δαίμονι», Σοφ.) 3. εκπληρώνω τη στρατιωτική μου θητεία νεοελλ. εκτελώ δημόσια ή άλλη υπηρεσία («υπηρέτησα τρία χρόνια στις ακριτικές
    2 KB (166 words) - 12:46, 29 September 2017
  • χρηματικού ποσού απαλλάσσομαι από υποχρέωση («εξαγοράζω τη στρατιωτική μου θητεία») 2. δωροδοκώ και εξασφαλίζω ευνοϊκή απόφαση («εξαγόρασε τους κριτές του»
    2 KB (109 words) - 12:25, 15 February 2019
  • κάτι μικρότερο, ελαττώνω, λιγοστεύω, μικραίνω (α. «θα μειωθεί η στρατιωτική θητεία» β. «τούτων ἐμείωσε τὸν ὁπλισμὸν οὐ μόνον τοῑς θώραξιν ἀλλὰ καὶ ταῑς περικνημῑσιν»
    2 KB (130 words) - 12:40, 15 February 2019
  • άπειρος, αμαθής νεοελλ. (Στρατ.) αυτός που δεν εκπλήρωσε τη στρατιωτική του θητεία ή δεν συμπλήρωσε ακόμη τη βασική στρατιωτική του εκπαίδευση αρχ. αυτός που
    855 bytes (58 words) - 06:31, 29 September 2017
  • Υπουργείου Εθνικής Άμυνας με την οποία καλούνται πολίτες να υπηρετήσουν τη θητεία τους («μελετάται η πρόσκληση τών αγύμναστων εφέδρων») 5. (νομ.) γραπτή τυπική
    2 KB (188 words) - 13:00, 15 February 2019
  • μεταλλαγαί») 4. το θηλ. ως ουσ. ἡ ἐτεία α) συμβούλιο αξιωματούχων με ετήσια θητεία β) η θητεία του συμβουλίου 5. (το ουδ. πληθ. ως επίρρ.) ἔτεια κατά τη διάρκεια
    2 KB (123 words) - 08:52, 23 December 2018
  • μήνα, που έχει ηλικία οκτώ μηνών 2. αυτός που διαρκεί οκτώ μήνες («οκτάμηνη θητεία») νεοελλ. το ουδ. ως ουσ. το οκτάμηνο- χρονική περίοδος οκτώ μηνών. [ΕΤΥΜΟΛ
    852 bytes (61 words) - 12:08, 29 September 2017
  • καταβάλλει κάποιος για να εξαγοράσει κάποια υποχρέωση του (π.χ. τη στρατιωτική θητεία) νεοελλ. το αντίσηκο, το αντίβαρο. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    372 bytes (34 words) - 06:56, 29 September 2017
  • άλλο έργο 3. υπαξιωματικός ή αξιωματικός του πολεμικού ναυτικού με πολυετή θητεία 4. φρ. «τά έκανες πιλάφι» — τά ανακάτεψες, προκάλεσες σύγχυση από αδεξιότητα
    730 bytes (52 words) - 12:17, 29 September 2017
  • ο, Ν στρ. οπλίτης που εκτελεί τη στρατιωτική του θητεία στην πολεμική αεροπορία. [ΕΤΥΜΟΛ. < σμήνος + κατάλ. -ίτης (πρβλ. οπλ-ίτης)]. Αναζήτηση σε: Google
    409 bytes (29 words) - 12:30, 29 September 2017
  • το στρατιωτικό α) ο στρατός ή το στρατιωτικό επάγγελμα β) η στρατιωτική θητεία 2. φρ. α) «στρατιωτική διοίκηση» — άσκηση κρατικής εξουσίας από στρατιωτικούς
    18 KB (1,382 words) - 11:15, 14 January 2019
  • ασκούσαν τον έλεγχο της διαχείρισης τών δημόσιων λειτουργών όταν έληγε η θητεία τους. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευθύνω (< ευθύς). Η κυριολεκτική σημασία της λ. «αυτός
    1 KB (86 words) - 06:34, 29 September 2017
  • την καταγραφή τών ονομάτων τών πολιτών σε κατάλογο για τη στρατιωτική τους θητεία ή άλλη δημόσια υπηρεσία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    493 bytes (43 words) - 06:39, 29 September 2017
  • εκτελώ κατά το ίδιο χρονικό διάστημα και στην ίδια μονάδα τη στρατιωτική μου θητεία μαζί με άλλον αρχ. βοηθώ κάποιον να κάνει κάτι. Αναζήτηση σε: Google |
    635 bytes (57 words) - 12:54, 29 September 2017
  • (ειδικά) αυτός που μόλις κατατάχθηκε για να εκπληρώσει τη στρατιωτική του θητεία ως οπλίτης, ναύτης ή σμηνίτης («τάγμα νεοσυλλέκτων»). Αναζήτηση σε: Google
    2 KB (101 words) - 11:15, 14 January 2019
  • ουσ. ο έφεδρος στρατεύσιμος πολίτης που έχει εκπληρώσει την καθορισμένη θητεία του στον στρατό και ανήκει σε μια από τις εφεδρικές κλάσεις 2. φρ. «έφεδρος
    3 KB (249 words) - 11:15, 14 January 2019
  • ονομάτων τών πολιτών που ήταν υποχρεωμένοι να εκπληρώσουν τη στρατιωτική θητεία ή να αναλάβουν άλλη δημόσια υπηρεσία 2. φρ. α) «κατάλογος νεῶν» i) η μακρά
    15 KB (1,296 words) - 12:30, 15 February 2019
  • που ισοδυναμούσε με το 1/10 του έτους νεοελλ. 1. αιρετός και με ορισμένη θητεία προϊστάμενος ανώτατου εκπαιδευτικού ιδρύματος 2. ο αρχαιότερος ξένος διπλωμάτης
    3 KB (258 words) - 12:24, 29 September 2017
  • μεταλλαγαί») 4. το θηλ. ως ουσ. ἡ ἐτεία α) συμβούλιο αξιωματούχων με ετήσια θητεία β) η θητεία του συμβουλίου 5. (το ουδ. πληθ. ως επίρρ.) ἔτεια κατά τη διάρκεια
    5 KB (372 words) - 17:30, 10 January 2019

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)