Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "θιασώτης" on this wiki. See also the other search results found.

  • ακόλουθοι του Έρωτα, σε Ξεν.· ὁ ἐμὸς θιασώτης, σε Ευρ. 2. λέγεται για τον Βάκχο, ο αρχηγός των θιάσων, σε Ανθ. Π. θιᾰσώτης: ου ὁ 1) тиасот, участник религиозного
    5 KB (386 words) - 14:35, 14 January 2019
  • αποδέχεται και ακολουθεί τις πολιτικές ή κοινωνικές ή φιλοσοφικές ιδέες κάποιου, θιασώτης αρχ. 1. σωματοφύλακας («ἐμοὶ δ' ὀπαδοὺς τούσδε καὶ δορυσσόους», Αισχύλ
    991 bytes (71 words) - 12:10, 29 September 2017
  • fem. of θιασώτης, Opp.C.4.298. [Seite 1211] ιδος, ἡ, fem. zu θιασώτης, Bacchantinn, Opp. Cyn. 4, 298. θιᾰσῶτις: -ιδος, ἡ, θηλ. τοῦ θιασώτης, Ὀππ. Κυν
    863 bytes (49 words) - 07:17, 29 September 2017
  • iii/iv A.D.). [Seite 1211] ὁ, = θιασώτης, Poll. 6, 8; nach Moeris hellenistisch; Inscr. θιᾰσίτης: -ου, ὁ, = θιασώτης, Ἐπιγραφ. Τήνου ἐν τῇ Συλλ. Ἐπιγρ
    1 KB (79 words) - 07:18, 29 September 2017
  • πυκνός, συμπαγής 2. παθ. α) κολλώ σταθερά β) ακολουθώ κάποιον, γίνομαι θιασώτης, οπαδός γ) έχω στενή συζυγική σχέση («καὶ προσκολληθήσεσθαι πρὸς τὴν γυναῑκα
    2 KB (129 words) - 13:00, 15 February 2019
  • η (Α θιασῶτις) βλ. θιασώτης. [ΕΤΥΜΟΛ. Θηλ. του θιασώτης]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    186 bytes (18 words) - 07:18, 29 September 2017
  • Διονύσου, υπετέθη ότι αποτελεί δάνειο, πιθ. θρακο-φρυγικής προελεύσεως. ΠΑΡ. θιασώτης αρχ. θιασεύω, θιασίτης, θιασώδης, θιασώνες. ΣΥΝΘ. θιασάρχης. Αναζήτηση
    12 KB (1,051 words) - 14:50, 2 October 2019
  • ἐπιζητῶν τὸ καλὸν τοῦ ἄλλου, ὑποστηρικτής, φατριαστής, φίλος πολιτικός, θιασώτης, Λατιν. fautor, Πλουτ. Καῖσ. 54, Ἀρτοξ. 26. οῦ (ὁ) : partisan ou défenseur
    3 KB (193 words) - 01:10, 10 January 2019
  • -ή, -ό, Ν 1. ο θιασώτης του βασιλικού θεσμού, βασιλόφρονας («φιλοβασιλική οικογένεια») 2. αυτός που γίνεται ως έκφραση αγάπης προς έναν βασιλιά («φιλοβασιλική
    583 bytes (47 words) - 12:10, 10 January 2019
  • συνθιασώτας τοῦ Μωϋσέως Κλήμ. Ἀλ. 67. ου (ὁ) : compagnon. Étymologie: σύν, θιασώτης. ο, ΝΑ, και θηλ. συνθιασώτρια Ν, και αττ. τ. ξυνθιασώτης Α νεοελλ. οπαδός
    4 KB (243 words) - 13:15, 9 January 2019
  • διαλέγει, που εκλέγει 2. ιδρυτής φιλοσοφικής σχολής 3. ένθερμος οπαδός, θιασώτης αιρέσεως ή σχολής. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    325 bytes (30 words) - 06:34, 29 September 2017
  • αποδέχεται και ακολουθεί τις πολιτικές ή κοινωνικές ή φιλοσοφικές ιδέες κάποιου, θιασώτης αρχ. 1. σωματοφύλακας («ἐμοὶ δ' ὀπαδοὺς τούσδε καὶ δορυσσόους», Αισχύλ
    5 KB (416 words) - 04:55, 10 January 2019
  • Βάκχειος, σε Ηρόδ. II. προσωνύμιο του οἴνου, σε Ευρ. κ.α. III. ένθερμος θιασώτης του Βάκχου, καθένας που βρίσκεται σε κατάσταση μανίας, ιερής έξαψης, στον
    12 KB (1,148 words) - 14:15, 2 October 2019
  • πολύ ζήλο 3. (η μτχ.) αφοσιωμένος, -η, -ο ένθερμος φίλος, πιστός οπαδός, θιασώτης αρχ.-μσν. 1. εξαγνίζω 2. καθιερώνω, αφιερώνω αρχ. ἀφοσιοῡμαι 1. απαλλάσσομαι
    2 KB (116 words) - 07:00, 29 September 2017
  • στη μουσική, επαγγελματίας μουσικός, σε Ξεν., Πλάτ. 2. γενικά, ακόλουθος, θιασώτης των Μουσών, άνθρωπος των γραμμάτων και της γνώσης, λόγιος, σε Αριστοφ.
    17 KB (1,439 words) - 14:05, 3 October 2019
  • στον ίδιο θρησκευτικό θίασο με κάποιον άλλο. [ΕΤΥΜΟΛ. < συν- + θιασίτης «θιασώτης, μέλος θρησκευτικού θιάσου»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη |
    1 KB (68 words) - 12:52, 29 September 2017
  • ἢ ἁρμόζων εἰς θιασώτην, Ἀριστ. Οἰκ. 2. 4, 1. θιασωτικός, -ή, -όν (Α) θιασώτης αυτός που ανήκει ή αρμόζει σε θιασώτη. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    1,020 bytes (58 words) - 07:18, 29 September 2017
  • Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο ζηλωτής: -οῦ, ὁ, I. μιμητής, ένθερμος οπαδός ή θιασώτης ενός ανθρώπου ή μίας ιδέας, σε Πλάτ. κ.λπ. II. ζηλωτής, όρος που χρησιμοποιείται
    10 KB (1,048 words) - 13:45, 3 October 2019
  • slang.gr | Κάτο φῐλέταιρος: αυτός που αγαπά τη συντροφιά κάποιου ή είναι θιασώτης του, πιστός, σε Θουκ., Ξεν. κ.λπ.· επίρρ. -ρως, σε Αισχίν. φιλέταιρος:
    4 KB (269 words) - 02:25, 10 January 2019
  • ραψωδός («θείᾳ μοίρᾳ Όμήρου δεινὸς ἐπαινέτης», Πλάτ.) 3. οπαδός, μαθητής, θιασώτης («τοὺς Εὐσταθίου ἐπαινέτας».). ἐπαινετής, ο (Μ) αυτός που επαινεί κάποιον
    3 KB (186 words) - 22:10, 9 January 2019

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)