Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "θῆλυς" on this wiki. See also the other search results found.

  • θήλυδος aus Soph. s. B. A. 1381; θῆλυς steht bei Dichtern oft als fem., wie Ἥρη, θῆλυς ἔουσα Il. 19, 97; γυνὴ θῆλυς οὖσα Soph. Tr. 1051; so ὄϊς Il. 10
    32 KB (2,894 words) - 14:01, 3 October 2019
  • sex: P. and V. τὸ θῆλυ, V. τὸ θῆλυ γένος; see also woman. adj. P. and V. θῆλυς, V. θηλύσπορος. Look up female on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC |
    313 bytes (45 words) - 09:40, 21 July 2017
  • -εια, -υ (Α θῆλυς, -εια, -υ θηλ. και επικ. τ. θήλεα) αυτός που είναι γένους θηλυκού, ο θηλυκός 2. φρ. «το θήλυ γένος» — το γένος τών γυναικών 3. (για φυτά)
    3 KB (229 words) - 14:30, 14 January 2019
  • adj. P. and V. θῆλυς. Like a woman: P. and V. γυναικεῖος; see womanish. Grammatically: Ar. θῆλυς. Look up feminine on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC
    601 bytes (101 words) - 10:11, 15 August 2017
  • θήλεια,    A v. θῆλυς. θηλεογονία,= θηλυγονία 11, Gloss. θήλεα: θήλεια, ἴδε ἐν λ. θῆλυς. θήλεα: Ιων. αντί θήλεια, θηλ. του θῆλυς. θήλεα: ἡ ион. =
    706 bytes (27 words) - 08:08, 31 December 2018
  • θῆλυ: I n к θῆλυς. θήλεος τό женщина, собир. женский пол (τὸ θ. μᾶλλον οἰκτρὸν ἀρσένων Eur.; τοῦ θήλεος ἴδιον μέρος ὑστέρα, sc. ἐστίν Arst.; ἄρσεν καὶ
    352 bytes (29 words) - 13:55, 31 January 2019
  • τέκνων . . σποράν Men.598: pl., young ones, dub. in E.Cyc.56: generally, θῆλυς σ. the female race, Id.Hec. 659; θήλεια σ. Id.Tr.503. [Seite 924] ἡ, das
    13 KB (1,037 words) - 14:30, 3 October 2019
  • ἀσθενής; see weak. Effeminate: Ar. and P. τρυφερός ἁπαλός, V. ἁβρός, Ar. and V. θῆλυς. Gentle: P. also V. πρᾶος, ἤπιος; see gentle. Affectionate: P. and V. προσφιλής
    2 KB (155 words) - 07:22, 22 August 2017
  • P. θήλεια φύσις, ἡ, V. θῆλυς σπορά, ἡ, τὸ θῆλυ γένος. Of the male sex, adj.: P. and V. ἄρσην. Of the female sex: P. and V. θῆλυς, V. θηλύσπορος. Great is
    2 KB (366 words) - 06:20, 28 February 2019
  • sein, sein, mamelle. Étymologie: R. Θα > Θαλ, sucer ; cf. lat. fellare ; v. θῆλυς. η (ΑΜ θηλή) φρ. «θηλή του μαστού» — υποστρόγγυλη προεξοχή του μαστού,
    9 KB (727 words) - 14:55, 2 October 2019
  • παρ’ Ἀθην. 499D. 3) = θήλυς, Συλλ. Ἐπιγρ. 5858b, 8876. ή, όν : 1 du sexe féminin; 2 t. de gramm. du genre féminin. Étymologie: θῆλυς. -ή, -ό και -ός,
    5 KB (376 words) - 15:50, 6 January 2019
  • acc. οἶς - эп. ὄῑς) баран (тж. οἶ. ἄρσην или ἀρνειός Hom.), овца (тж. οἶ. θῆλυς Hom.): τὸ κάταγμα τῆς οἰός Soph. овечья шерсть.
    816 bytes (78 words) - 14:28, 31 December 2018
  • θήλεια: I f к θῆλυς. II ἡ (тж. θ. γυνή Eur.) женщина Aesch., Eur., Xen., Arst., NT.
    194 bytes (17 words) - 14:00, 31 January 2019
  • enumerated by Dsc.4.164; τ. ἄρρην, = χαρακίας, l.c., cf. Thphr.HP9.11.8; τ. θῆλυς, = μυρσινίτης or μυρτίτης, ib.9.11.9, Dsc.l.c.; used for poisoning water
    2 KB (176 words) - 16:00, 2 October 2019
  • ἐέρση, ἄφθονος δρόσος Ὀδ. Ν. 245· οὕτως, θῆλυς ἐέρση, «θῆλυς δὲ ἡ θρεπτικὴ τῶν φυτῶν... ποιητικῶς δὲ εἶπε τὸ θῆλυς κτλ.» (Εὐστ.), Ε 467, Ἡσ. Ἀσπ. Ἡρ. 395·
    2 KB (219 words) - 17:00, 6 January 2019
  • θηλύνομαι s’enorgueillir comme une femme : τι de qch. Étymologie: θῆλυς. θηλύνω (Α) θήλυς 1. κάνω κάποιον θηλυπρεπή 2. ησυχάζω 3. γίνομαι μαλακός 4. είμαι
    6 KB (552 words) - 21:05, 20 August 2019
  • efféminé (d’un genre de beauté, de vêtements). Étymologie: θῆλυς. θηλύτης: -ητος, ἡ (θῆλυς), γυναικεία φύση, θηλυπρέπεια, λεπτότητα, ευγένεια, κομψότητα
    3 KB (196 words) - 23:20, 9 January 2019
  • κομβο-λύτης βαλαντιοτόμος H., κομβο-θηλεία f. buckle (sch.; from κόμβος θῆλυς [θήλεια]); also κομπο-θηλαία band, girth (sch.) and κομπο-θήλυκα pl. (Hippiatr
    6 KB (601 words) - 13:40, 2 October 2019
  • -εια, -υ, Α ο κάπως θηλυπρεπής. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπ(ο)- + θῆλυς. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    256 bytes (19 words) - 12:56, 29 September 2017
  • σχηματίζεται με πλέγμα απ' όπου περνά το κουμπί. [ΕΤΥΜΟΛ. θήλεια, θηλ. του επιθ. θήλυς. Ο τ. θελειά με τροπή του φθόγγου i σε ρ λόγω φωνητικής επιδράσεως του υγρού
    1 KB (127 words) - 15:15, 15 January 2019

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)