Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "θῆλυς" on this wiki. See also the other search results found.

  • θήλυδος aus Soph. s. B. A. 1381; θῆλυς steht bei Dichtern oft als fem., wie Ἥρη, θῆλυς ἔουσα Il. 19, 97; γυνὴ θῆλυς οὖσα Soph. Tr. 1051; so ὄϊς Il. 10
    32 KB (2,927 words) - 17:00, 14 July 2020
  • θῆλυς σπορά = the female sex ⇢ Look up "θῆλυς σπορά" on Google | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's English to Ancient
    56 bytes (27 words) - 21:15, 3 July 2020
  • female sex: P. and V. τὸ θῆλυ, V. τὸ θῆλυ γένος; see also woman. P. and V. θῆλυς, V. θηλύσπορος. ⇢ Look up "female" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC
    403 bytes (43 words) - 08:59, 20 May 2020
  • -εια, -υ (Α θῆλυς, -εια, -υ θηλ. και επικ. τ. θήλεα) αυτός που είναι γένους θηλυκού, ο θηλυκός 2. φρ. «το θήλυ γένος» — το γένος τών γυναικών 3. (για φυτά)
    3 KB (229 words) - 14:30, 14 January 2019
  • P. and V. θῆλυς. like a woman: P. and V. γυναικεῖος; see womanish. grammatically: Ar. θῆλυς. ⇢ Look up "feminine" on Perseus Dictionaries | Perseus
    638 bytes (100 words) - 09:08, 20 May 2020
  • θήλεια,    A v. θῆλυς. θηλεογονία,= θηλυγονία 11, Gloss. Abbreviations: ALL | General | Authors & Works θήλεα: θήλεια, ἴδε ἐν λ. θῆλυς. θήλεα: Ιων.
    706 bytes (32 words) - 08:08, 31 December 2018
  • ἀσθενής; see weak. effeminate: Ar. and P. τρυφερός ἁπαλός, V. ἁβρός, Ar. and V. θῆλυς. gentle: P. also V. πρᾶος, ἤπιος; see gentle. affectionate: P. and V. προσφιλής
    2 KB (165 words) - 08:50, 20 May 2020
  • θῆλυ: I n к θῆλυς. θήλεος τό женщина, собир. женский пол (τὸ θ. μᾶλλον οἰκτρὸν ἀρσένων Eur.; τοῦ θήλεος ἴδιον μέρος ὑστέρα, sc. ἐστίν Arst.; ἄρσεν καὶ
    352 bytes (29 words) - 13:55, 31 January 2019
  • P. θήλεια φύσις, ἡ, V. θῆλυς σπορά, ἡ, τὸ θῆλυ γένος. of the male sex, adj.: P. and V. ἄρσην. of the female sex: P. and V. θῆλυς, V. θηλύσπορος. great is
    2 KB (365 words) - 08:51, 20 May 2020
  • sein, sein, mamelle. Étymologie: R. Θα > Θαλ, sucer ; cf. lat. fellare ; v. θῆλυς. η (ΑΜ θηλή) φρ. «θηλή του μαστού» — υποστρόγγυλη προεξοχή του μαστού,
    8 KB (732 words) - 09:05, 8 July 2020
  • acc. οἶς - эп. ὄῑς) баран (тж. οἶ. ἄρσην или ἀρνειός Hom.), овца (тж. οἶ. θῆλυς Hom.): τὸ κάταγμα τῆς οἰός Soph. овечья шерсть.
    816 bytes (78 words) - 14:28, 31 December 2018
  • θήλεια: I f к θῆλυς. II ἡ (тж. θ. γυνή Eur.) женщина Aesch., Eur., Xen., Arst., NT.
    194 bytes (17 words) - 14:00, 31 January 2019
  • παρ’ Ἀθην. 499D. 3) = θήλυς, Συλλ. Ἐπιγρ. 5858b, 8876. ή, όν : 1 du sexe féminin; 2 t. de gramm. du genre féminin. Étymologie: θῆλυς. -ή, -ό και -ός,
    5 KB (381 words) - 08:50, 8 July 2020
  • τέκνων . . σποράν Men.598: pl., young ones, dub. in E.Cyc.56: generally, θῆλυς σ. the female race, Id.Hec. 659; θήλεια σ. Id.Tr.503. Abbreviations: ALL
    13 KB (1,083 words) - 17:55, 9 July 2020
  • ἐέρση, ἄφθονος δρόσος Ὀδ. Ν. 245· οὕτως, θῆλυς ἐέρση, «θῆλυς δὲ ἡ θρεπτικὴ τῶν φυτῶν... ποιητικῶς δὲ εἶπε τὸ θῆλυς κτλ.» (Εὐστ.), Ε 467, Ἡσ. Ἀσπ. Ἡρ. 395·
    2 KB (219 words) - 17:00, 6 January 2019
  • θηλύνομαι s’enorgueillir comme une femme : τι de qch. Étymologie: θῆλυς. θηλύνω (Α) θήλυς 1. κάνω κάποιον θηλυπρεπή 2. ησυχάζω 3. γίνομαι μαλακός 4. είμαι
    6 KB (557 words) - 08:51, 8 July 2020
  • efféminé (d’un genre de beauté, de vêtements). Étymologie: θῆλυς. θηλύτης: -ητος, ἡ (θῆλυς), γυναικεία φύση, θηλυπρέπεια, λεπτότητα, ευγένεια, κομψότητα
    3 KB (201 words) - 10:00, 1 July 2020
  • κομβο-λύτης βαλαντιοτόμος H., κομβο-θηλεία f. buckle (sch.; from κόμβος θῆλυς [[[θήλεια]]]); also κομπο-θηλαία band, girth (sch.) and κομπο-θήλυκα pl.
    6 KB (606 words) - 18:45, 7 July 2020
  • 4.164; τιθύμαλλος ἄρρην = χαρακίας, l.c., cf. Thphr.HP9.11.8; τιθύμαλλος θῆλυς = μυρσινίτης or μυρτίτης, ib.9.11.9, Dsc.l.c.; used for poisoning water in
    3 KB (255 words) - 08:13, 3 September 2020
  • -εια, -υ, Α ο κάπως θηλυπρεπής. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπ(ο)- + θῆλυς. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    256 bytes (19 words) - 12:56, 29 September 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)