Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "κάνθαρος" on this wiki. See also the other search results found.

  • ἐξ ὄνων S. Emp. pyrrh. 1, 41. – 2) eine Art Becher, die von einem Manne Κάνθαρος benannt sein soll, Ath. XI, 473 ff., mit Beispielen aus den Comic. – Von
    12 KB (1,089 words) - 15:00, 2 October 2019
  • Κάνθᾰρος: ὁ Кантар 1) один из трех разделов Пирейского порта Arph.; 2) один из представителей древней комедии.
    268 bytes (17 words) - 14:40, 31 December 2018
  • ελληνικές θάλασσες και συγγενεύει με τον σπάρο. [ΕΤΥΜΟΛ. < αρχ. κανθάριον / κάνθαρος, με προθετικό σ- (πρβλ. κόνις: σκόνη, πυργίτης: σπουργίτης)]. Αναζήτηση
    644 bytes (48 words) - 12:29, 29 September 2017
  • subs. Ar. and V. κάνθαρος, ὁ (Aesch., Frag.). Look up beetle on Perseus | Wiktionary | Wikipedia | Google | LSJ full text search
    158 bytes (20 words) - 11:01, 7 August 2017
  • κάραβος ζωολ. γένος βαδιστικών δεκάποδων καρκινοειδών του γλυκού νερού αρχ. κάνθαρος κερασφόρος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    299 bytes (27 words) - 07:21, 29 September 2017
  • Ar. frg. 302 u. a. com. – 3) eine Art Schiff, E. M. Vgl. κάνθαρος. κάρᾰβος: κᾱ, ὁ, κάνθαρος κερασφόρος, καλούμενος καὶ κεράμβυξ, Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ
    8 KB (624 words) - 14:55, 2 October 2019
  • κοπροφάγων εκπροσώπων της οικογένειας αυτής, γνωστών και με τη λόγια ονομασία κάνθαρος και με την κοινή ονομασία μπούρμπουλας 2. αρχαιολ. πήλινο αντικείμενο ή
    1 KB (88 words) - 12:29, 29 September 2017
  • Perseus | Wiktionary | Wikipedia | Google | LSJ full text search boot = κάνθαρος, πλοῖον Look up in: Google | Wiktionary | WikiWoordenboek | Βικιλεξικό
    475 bytes (78 words) - 06:55, 10 January 2019
  • τό, Dim. of    A κάνθαρος 11, IG22.1517.10, 101, Plu.2.461e. [Seite 1320] τό, dim. von κάνθαρος, kleines Trinkgefäß, Plut. de cohib. ira 13. κανθάριον:
    2 KB (93 words) - 22:36, 31 December 2018
  • καλλικάντζαρος προέρχεται από καλός + κάνθαρος (το καλός χρησιμοποιείται κατ' ευφημισμόν) η υπόθεση της λ. κάνθαρος ως β' συνθετικού ενισχύεται, σύμφωνα
    3 KB (241 words) - 15:15, 15 January 2019
  • Trygaeus' beetle (with play on κάνθαρος), Ar.Pax82 (anap.). [Seite 1321] ωνος, ὁ, der Esel, Ar. Vesp. 179; komisch für κάνθαρος Pax 82 u. sp. D., wie Pallad
    2 KB (174 words) - 23:50, 9 January 2019
  • AB1432. [Seite 1380] ὁ, der Goldkäfer, Sp. χρῡσοκάνθᾰρος: ὁ, χρυσοῦς κάνθαρος, κοινῶς «ζίνα», ἐν δὲ τῇ Κυζίκῳ «βύσβιζας», Σχόλ. εἰς Ἀριστοφ. Νεφ. 761
    2 KB (76 words) - 06:17, 29 September 2017
  • birth, Marin.Procl.6; ὄρνιθας μ. hatch chickens, Anon. ap. Suid.; αἰετὸν κάνθαρος μαιεύσομαι, prov. of taking vengeance on a powerful enemy, Ar.Lys.695 (cf
    4 KB (335 words) - 03:30, 10 January 2019
  • ὁ, a kind of ship    A between κύκνος 11 and κάνθαρος 111, Nicostr.Com.10. κυκνοκάνθᾰρος: ὁ, εἶδος πλοίου μετέχοντος τοῦ κύκνου (ΙΙ) καὶ τοῦ κανθάρου
    1 KB (84 words) - 07:26, 29 September 2017
  • κοπρογέννητος, -ον (Μ) κοπρογενής («κοπρογέννητος κάνθαρος»). [ΕΤΥΜΟΛ. < κόπρος (Ι) + -γέννητος (< γεννῶ)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    385 bytes (20 words) - 06:41, 29 September 2017
  • σιτηρά και τα οπωρικά 2. είδος θαλάσσιου ψαριού 3. σκαθάρι, κάνθαρος. [ΕΤΥΜΟΛ. < κάνθαρος + κατάλ. -ίδα (< -ίς), πρβλ. ενυδρ-ίδα, σφυρ-ίδα. Από το κανθαρίς
    783 bytes (52 words) - 06:39, 29 September 2017
  • canthărus: i, m., = κάνθαρος. I Lit., a large, wide-bellied drinking-vessel with handles, a tankard, pot (very frequent in Plaut.), Plaut. As. 5, 2, 56;
    3 KB (433 words) - 00:05, 28 February 2019
  • ον, = sq., Orac.Chald.32;    A ἥλιος Hymn.Mag.4.24; κάνθαρος, of Kheper, PMag.Par.1.943.    2 self-producing, φύσις Nonn.D.41.52. [Seite 396] θεός, von
    1 KB (101 words) - 12:19, 21 August 2017
  • Pl.Ti.25a, etc.; Κανθάρου λ. a dockyard in the Piraeus, with a pun on κάνθαρος just above, Ar.Pax145 (ubi v. Sch.): freq. in pl., λιμένες νηῶν ὀχοί Od
    12 KB (1,131 words) - 13:55, 3 October 2019
  • circo POxy.2707.9 (VI d.C.). Source: δόρκος ο (Α δόρκος) νεοελλ. μεγάλος κάνθαρος της οικογένειας τών λουκανιδών αρχ. βλ. δορκάς. Αναζήτηση σε: Google |
    921 bytes (120 words) - 07:05, 29 September 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)