Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "κακοποιός" on this wiki. See also the other search results found.

  • omit the clause); Pindar, Aristotle, Polybius, Plutarch.) -ά, -ό (AM κακοποιός, -όν) 1. αυτός που κάνει το κακό, που εκτελεί κακές πράξεις, βλαβερός (α
    5 KB (392 words) - 13:50, 3 October 2019
  • κορακοφωλιά 3. παροιμ. «ο διάολος δεν χαλάει τη φωλιά του» — δηλώνει ότι ένας κακοποιός δεν βλάπτει εκείνους που τον υποθάλπουν. [ΕΤΥΜΟΛ. Παρλλ. τ. της λ. φωλεός
    2 KB (184 words) - 12:50, 29 September 2017
  • -ῆτις) αυτός που περιπλανιέται άσκοπα στους δρόμους, επαίτης, τυχοδιώκτης, κακοποιός, αγύρτης νεοελλ. ο κακής διαγωγής άνθρωπος ή αυτός που ρέπει προς το κακό
    2 KB (135 words) - 06:50, 29 September 2017
  • (AM κακοποιῶ, -έω) κακοποιός (μτβ. και αμτβ.) κάνω κακό, αδικώ, βλάπτω, κακουργώ («πλεῑστοι κλέπται κυπτάζειν καί κακοποιεῑν», Αριστοφ.) νεοελλ. 1. βιάζω
    1 KB (72 words) - 12:40, 15 February 2019
  • ζώων που βλάπτουν τις καλλιέργειες 3. μτφ. α) πολύ άσχημος άνθρωπος β) κακοποιός. [ΕΤΥΜΟΛ. < αόρ. έσκιαξα του σκιάζω «φοβίζω» + επίθημα -τρο (πρβλ. πλήττω:
    841 bytes (60 words) - 12:29, 29 September 2017
  • ο (Μ μαχαιροβγάλτης και μαχαιροεβγάλτης) κακοποιός οπλισμένος με μαχαίρι, φονιάς, δολοφόνος. [ΕΤΥΜΟΛ. < μαχαίρι + -βγάλτης (< βγάζω), πρβλ. αντερο-βγάλτης]
    503 bytes (27 words) - 07:36, 29 September 2017
  • κακούργος, η κακούργα, το κακούργο και κακούργικο ένοχος κακουργήματος, κακοποιός, εγκληματίας («ἐσταύρωσαν αὐτὸν καὶ τοὺς κακούργους, ὃν μὲν ἐκ δεξιῶν ὃν
    2 KB (161 words) - 12:30, 15 February 2019
  • μεταφορικά για επάνοδο στην τάξη ή στην εργασία μετά από διακοπή μσν. κακοποιός καταδικασμένος να κωπηλατεί σε κάτεργο, κωπηλάτης, ναύτης σε κάτεργο. [ΕΤΥΜΟΛ
    2 KB (156 words) - 06:40, 29 September 2017
  • κλέφτη, δυο του κλέφτη, τρεις και η κακή του μέρα» — και ο πιο επιτήδειος κακοποιός κάποτε θα πιαστεί δ) «μια του φίλου, δυο του φίλου, τρεις και την κακή
    8 KB (675 words) - 12:25, 14 January 2019
  • οι φυλές της αρχαίας Αθήνας 4. φρ. «ἥρως στιγματίας» — στιγματισμένος κακοποιός 5. το θηλ. ως ουσ. η ηρωΐς (ενν. ἐννεατηρίς) εορτή που γινόταν στους Δελφούς
    4 KB (329 words) - 06:40, 29 September 2017
  • κακούργος, η κακούργα, το κακούργο και κακούργικο ένοχος κακουργήματος, κακοποιός, εγκληματίας («ἐσταύρωσαν αὐτὸν καὶ τοὺς κακούργους, ὃν μὲν ἐκ δεξιῶν ὃν
    11 KB (955 words) - 13:59, 3 October 2019
  • φαυλοποιός: -όν, ὁ ποιῶν φαῦλα, κακοποιός, Εὐστ. Πονημάτ. 81. 83. -όν, Μ κακοποιός, φαυλεργάτης. [ΕΤΥΜΟΛ. < φαῦλος + -ποιός]. Αναζήτηση σε: Google |
    386 bytes (26 words) - 12:49, 29 September 2017
  • 1. κακοποιός 2. άξεστος, αγροίκος 3. κακόβουλος, επίβουλος, ύπουλος 4. το ουδ. ως ουσ. τὸ κακότροπον κακή διάθεση, δυστροπία μσν.-αρχ. κακοποιός, βλαβερός
    3 KB (190 words) - 23:40, 9 January 2019
  • maltreat, Xen. [from κακοποιός 原文音譯:kakopoišw 卡可-拍誒哦 詞類次數:動詞(4) 原文字根:邪惡-行 相當於: (מֵרֵעַ‎ / רָעַע‎) 字義溯源:成為作惡者,行惡,傷害,犯罪;源自(κακοποιός)=作惡者);由(κακός)*=卑劣的)與(ποιέω)*=行)組成
    4 KB (423 words) - 13:45, 3 October 2019
  • ὁ, Μ κακοποιός. [ΕΤΥΜΟΛ. < φαῦλος + ἐργάτης. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    224 bytes (15 words) - 13:00, 29 September 2017
  • -ῆτις) αυτός που περιπλανιέται άσκοπα στους δρόμους, επαίτης, τυχοδιώκτης, κακοποιός, αγύρτης νεοελλ. ο κακής διαγωγής άνθρωπος ή αυτός που ρέπει προς το κακό
    7 KB (594 words) - 10:00, 14 September 2019
  • des Thermopyles. Étymologie: κέρκος, ὤψ. κέρκωψ, -ωπος, ο (ΑΜ) μτφ. κακοποιός, πανούργος, δόλιος άνθρωπος («λόγοι κερκώπων μαλακοί», ΠΔ) αρχ. είδος πιθήκου
    2 KB (120 words) - 06:40, 29 September 2017
  • μάλλον για διαλ. τ.]. (III) ο, Ν 1. απότομος, τραχύς άνθρωπος 2. συνεκδ. κακοποιός. [ΕΤΥΜΟΛ. < τουρκ. eskiya «ληστής»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    5 KB (384 words) - 01:10, 10 January 2019
  • Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο κᾱκοπράγμων: -ον (πράσσω), = κακοποιός, σε Ξεν. κᾰκοπράγμων: 2, gen. ονος злонамеренный, коварный, подло поступающий
    2 KB (150 words) - 23:40, 9 January 2019
  • φρ. α) «διαβόλου σπορά» i) πολύ έξυπνος και εύστροφος ii) ραδιούργος, κακοποιός β) «σπορά στα πεταχτά» (γεωπ.) i) η σπορά με το χέρι ii) σπορά με μηχανή
    13 KB (1,037 words) - 14:30, 3 October 2019

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)