Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "κακόδερμος" on this wiki. See also the other search results found.

  • schlechtem Felle, Schol. Theocr. 4 extr. κᾰκόδερμος: -ον, ἔχων κακὸν δέρμα, Σχόλ. εἰς Θεόκρ. 4 ἐν τέλ. κακόδερμος, -ον (Α) αυτός που έχει κακό δέρμα. [ΕΤΥΜΟΛ
    1 KB (57 words) - 07:20, 29 September 2017
  • σκληρόδερμος, τραχύδερμος αρχ. άδερμος, απόδερμα, αυτόδερμος, επίδερμα, κακόδερμος, κοπίδερμος, λιθόδερμος, λιπόδερμος, μονόδερμος, ξηρόδερμος, ομαλόδερμος
    23 KB (2,279 words) - 13:20, 3 October 2019