Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "κακός" on this wiki. See also the other search results found.

  • ναύτης, σε Ευρ.· πάντα κακός, κακός σε όλα τα πράγματα, σε Ομήρ. Οδ.· κακὸςγνώμην, σε Σοφ.· με απαρ., κακὸς μανθάνειν, κακός στη μάθηση, στον ίδ. 5. με
    56 KB (4,939 words) - 11:35, 26 February 2019
  • Incapable: P. and V. φαῦλος, κακός, Ar. and P. μοχθηρός, πονηρός, ἀδύνατος. In bad health: see ill. Injurious: P. and V. ἀσύμφορος, κακός, P. βλαβερός, Ar. and
    1 KB (122 words) - 06:40, 10 January 2019
  • το (AM κακόν) βλ. κακός. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    71 bytes (14 words) - 07:20, 29 September 2017
  • wicked: P. and V. κακός, πονηρός, μοχθηρός, πάγκακος, πανοῦργος, φαῦλος, φλαῦρος, ἀνόσιος; see wicked. unfortunate: P. and V. κακός, δυστυχής, δυσδαίμων
    1 KB (148 words) - 11:53, 18 August 2019
  • τα βλ. κακός. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    55 bytes (12 words) - 07:20, 29 September 2017
  • adj. Low of degree: P. and V. ταπεινός, φαῦλος, κακός, πονηρός, Ar. and P. ἀγεννής, V. ἀγέννητος, Ar. and V. δυσγενής. Obscure: P. and V. ἀδόκιμος. ἀφανής
    2 KB (231 words) - 09:46, 21 July 2017
  • (Dem. 13). Wicked: P. and V. κακός, πάγκακος, πονηρός, μοχθηρός, φαῦλος, φλαῦρος, πανοῦργος, V. παντουργός. P. and V. κακός, δυστυχής, δυσδαίμων, ἀτυχής
    2 KB (210 words) - 09:44, 21 July 2017
  • Sorry, mean: P. and V. φαῦλος, κακός, Ar. and P. μοχθηρός, πονηρός, V. δείλαιος. Inefficient: P. and V. φαῦλος, κακός, εὐτελής, Ar. and P. πονηρός. Look
    2 KB (169 words) - 07:13, 22 August 2017
  • v. κακός. κακίω, v. κηκίω. [Seite 1298] superl. zu κακός, wie Sp. de κακός. -η, -ο (AM κάκιστος, -η, -ον) (υπερθ. του κακός) πάρα πολύ κακός. επίρρ
    1 KB (60 words) - 06:44, 1 January 2019
  • Disgraceful: P. and V. αἰσχρός, ἐπονείδιστος, κακός, ἀνάξιος. Unseemly: V. ἀεικής, αἰκής. Ignominious: P. and V. κακός, ἄτιμος, V. δυσκλεής (also Xen.). Unbecoming:
    498 bytes (42 words) - 10:03, 21 July 2017
  • και κακοκαιριά, η κακός καιρός, άσχημες καιρικές συνθήκες, κακή καιρική κατάσταση. [ΕΤΥΜΟΛ. < κακ(ο)- + καιρός (πρβλ. καλοκαιρία)]. Αναζήτηση σε: Google
    409 bytes (26 words) - 06:37, 29 September 2017
  • ἀληθείας οὐδεμιᾶς εἰρημένα (Dem. 230). adj. Morally: P. and V. αἰσχρός, κακός, πάγκακος, πονηρός, φαῦλος, μοχθηρός, κακοῦργος, ἀνάξιος, Ar. and P. ἀγεννής
    2 KB (203 words) - 06:42, 22 August 2017
  • ο ταπεινής καταγωγής 3. εκείνος που δεν φέρνει καλή τύχη, καταραμένος 4. κακός, πονηρός 5. δύστροπος νεοελλ. ανέντιμος μσν. 1. ελεεινός, τιποτένιος 2. ανόητος
    619 bytes (49 words) - 06:59, 29 September 2017
  • ἐπονείδιστος, ἀνάξιος. Base: P. and V. κακός, πονηρός. Unseemly: V. αἰκής, ἀεικής. Ignominious: P. and V. κακός, V. δυσκλεής (also Xen.); see ignominious
    435 bytes (40 words) - 09:27, 21 July 2017
  • see dejected. Lamentable, distressing: P. and V. βαρύς, λυπηρός, ἀνιαρός, κακός, ἄθλιος, V. δύσφορος (also Xen. but rare P.), δύσοιστος, λυπρός, πολύστονος
    1 KB (113 words) - 10:09, 21 July 2017
  • οῦ (τό) : v. κακός. το βλ. κακός. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο κᾰκόν: τό 1) зло, беда, бедствие
    882 bytes (81 words) - 20:40, 4 January 2019
  • «αισχρό ή βρομερό αγγείο», «αγγείο του Σατανά ή του διαβόλου» — άνθρωπος κακός, αισχρός, πρόστυχος, πανούργος, ικανός για κάθε κακή πράξη (ίσως από τη σημασία
    3 KB (181 words) - 08:54, 23 December 2018
  • αυτός που φέρνει δυστυχία, συμφορά («ὤχου καιρὸς κακότυχος», Σουμμ.) 2. κακός, πονηρός. επίρρ... κακότυχα (Μ κακότυχα) με δυστυχία, άτυχα, άθλια. [ΕΤΥΜΟΛ
    769 bytes (53 words) - 07:20, 29 September 2017
  • adj. P. and V. φαῦλος, κακός, Ar. and P. μοχθηρός. Of conduct: P. and V. κακός, φαῦλος πονηρός. Look up shabby on Perseus | Wiktionary | Wikipedia | Google
    274 bytes (30 words) - 10:04, 21 July 2017
  • ανεπιτυχής, άστοχος μσν. 1. αυτός που φέρνει κακή τύχη και οδηγεί σε αποτυχία 2. κακός, μοχθηρός αρχ. αμέτοχος, άμοιρος («σοφίας οὐκ ἀτυχῆ» — που έχουν κάποια σοφία)
    1 KB (70 words) - 11:10, 23 December 2018

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)