Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "κατάλογος" on this wiki. See also the other search results found.

  • zweiten Buches der Il. κατάλογος νεῶν. κατάλογος: ὁ, ἀναγραφὴ ὀνομάτων, προσώπων ἢ πραγμάτων, σημείωσις τούτων κατὰ σειρὰν, «κατάλογος», Πλάτ. Θεαίτ. 175Α
    15 KB (1,296 words) - 12:30, 15 February 2019
  • αρχείο (όπως αυτό που τηρούσε το επιτελείο του Μεγάλου Αλεξάνδρου) 2. κατάλογος, κατάστιχο 3. βιβλίο λογαριασμών, δεφτέρι 4. καθολικό, εμπορικό βιβλίο
    1 KB (96 words) - 07:15, 29 September 2017
  • καταλόγους μσν.- νεοελλ. κατάλογος για τη συγκέντρωση στρατού, στρατολόγηση αρχ. 1. κατάλογος των κτημάτων, κτηματολόγιο 2. κατάλογος χρημάτων τα οποία ανήκουν
    1 KB (78 words) - 06:57, 29 September 2017
  • «το πήρε απόφαση» — πείστηκε οριστικά αρχ.-μσν. απάντηση, απόκριση αρχ. κατάλογος, απογραφή. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    552 bytes (40 words) - 06:57, 29 September 2017
  • Δυτική Εκκλησία) κατάλογος που περιέχει τις διάφορες αιρέσεις μσν. πίνακας ονομάτων, ευρετήριο. [ΕΤΥΜΟΛ. < λατ. syllabus, -i «κατάλογος»]. Αναζήτηση σε:
    1 KB (71 words) - 12:36, 29 September 2017
  • εγγραφή (νόμων κ.λπ.) 3. τιμητική καταχώριση του ονόματος κάποιου 4. κατάλογος, κατάσταση, πίνακας νεοελλ. μνεία σε έντυπο, γνωστοποίηση, δημοσίευση αρχ
    780 bytes (52 words) - 06:52, 29 September 2017
  • 3. στρ. θέση σε σχέση με την υπηρεσία («κατάσταση διαθεσιμότητας») 4. κατάλογος ή πίνακας με ονόματα προσώπων ή πραγμάτων 5. φρ. α) «κατάσταση πολιορκίας»
    4 KB (317 words) - 07:22, 29 September 2017
  • -ακος, ΝΜΑ 1. κατάλογος στον οποίο έχουν αναγραφεί με ορισμένη σειρά ονόματα, όροι, τίτλοι κ.ά. στοιχεία (α. «πίνακας περιεχομένων» — κατάλογος με τους τίτλους
    6 KB (464 words) - 12:17, 29 September 2017
  • σκελετός]» — ένας κατάλογος λ.χ. τών υπαλλήλων πολλών ομοειδών επιχειρήσεων, τών καταστημάτων ή και τών οικιών μιας πόλης ή, ακόμη, κατάλογος που αναφέρεται
    5 KB (331 words) - 12:18, 29 September 2017
  • which treaties, etc., were written: Ar. and P. στήλη, ἡ. List: Ar. and P. κατάλογος, ὁ; see list. Look up table on Perseus | Wiktionary | Wikipedia | Google
    749 bytes (88 words) - 10:06, 21 July 2017
  • χρόνος. subs. Swaying motion: Ar. and V. σάλος, ὁ. Register: Ar. and P. κατάλογος, ὁ. Records, archives: P. and V. λόγοι, οἱ, γράμματα, τά. Roll (of drums):
    2 KB (169 words) - 11:45, 7 August 2017
  • μιας κατηγορίας ατόμων, μιας εποχής, μιας σχολής ή ενός συγγραφέα 3. κατάλογος τών άγνωστων λέξεων βιβλίων ή κειμένου. [ΕΤΥΜΟΛ. < λέξις + περιληπτ. κατάλ
    972 bytes (69 words) - 06:42, 29 September 2017
  • subs. Ar. and P. κατάλογος, ὁ, P. ἀπογραφή, ἡ, λεύκωμα, τό, πίναξ, ὁ. v. trans. P. ἀπογράφειν, ἀναγράφειν, Ar. and P. ἐγγράφειν, ἐπιγράφειν; see enrol
    511 bytes (51 words) - 09:49, 21 July 2017
  • -αρχ. 1. ραδιουργία, μηχανορραφία 2. επινόηση, μύθευμα αρχ. 1. αναλυτικός κατάλογος, πίνακας 2. ερμηνεία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    1,023 bytes (79 words) - 06:34, 29 September 2017
  • επεισόδια στη διάρκεια της τελετής» «ἐπεισόδια... οἷον νεῶν κατάλογος», επεισόδια όπως π.χ. ο κατάλογος τών πλοίων στην Ιλιάδα, Αριστοτ.) νεοελλ. 1. κάτι που
    2 KB (159 words) - 07:10, 29 September 2017
  • η 1. κατάλογος ονομάτων ή πραγμάτων 2. κατάλογος φαγητών 3. τιμοκατάλογος 4. φρ. α) «μαύρη λίστα» — μαύρος πίνακας, κατάλογος προγραφών β) «τον έχει γράψει
    733 bytes (54 words) - 07:34, 29 September 2017
  • το 1. κατάλογος φαγητών 2. κατάλογος φαγητών εστιατορίου, λίστα, μενού. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. μαρτυρείται από το 1894 στην εφημερίδα Ακρόπολις]. Αναζήτηση σε:
    352 bytes (29 words) - 07:06, 29 September 2017
  • καταλόγους μσν.- νεοελλ. κατάλογος για τη συγκέντρωση στρατού, στρατολόγηση αρχ. 1. κατάλογος των κτημάτων, κτηματολόγιο 2. κατάλογος χρημάτων τα οποία ανήκουν
    10 KB (1,030 words) - 13:05, 3 October 2019
  • (Α καταλογίζομαι) κατάλογος περιλαμβάνω νεοελλ. 1. αποδίδω ευθύνες σε κάποιον, υπολογίζω κάτι σε βάρος κάποιου («τα λάθη σου μην τά καταλογίζεις σε εμένα»)
    885 bytes (64 words) - 07:22, 29 September 2017
  • κατάστιχο[ν]) 1. βιβλίο στο οποίο καταγράφονται λογαριασμοί, λογιστικό βιβλίο 2. κατάλογος, σημειωματάριο νεοελλ. φρ. α) «ανοίγω τα παλιά κατάστιχα» i) ανατρέχω στους
    1 KB (74 words) - 07:22, 29 September 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)