Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "κατάλυμα" on this wiki. See also the other search results found.

  • 25,93 (89)).) το (AM κατάλυμα) καταλύω στεγασμένος χώρος στον οποίο μπορεί κάποιος να καταλύσει προσωρινά, σταθμός («κατάλυμα στρατιωτών») αρχ. εφοδιασμός
    4 KB (370 words) - 13:55, 3 October 2019
  • ξενοδοχεῑον) ξενοδόχος νεοελλ. 1. κτήριο ή κτηριακό συγκρότημα που παρέχει κατάλυμα και, συνήθως, τροφή στο κοινό έναντι πληρωμής 2. εστιατόριο 3. φρ. «αλυσίδα
    707 bytes (55 words) - 12:06, 29 September 2017
  • πανδοχεῑον και πανδοκεῑον και πανδοκίον, τὸ, ΝΑ πανδοχεύς οίκημα που προσφέρει κατάλυμα, κυρίως για διανυκτέρευση, καθώς και εστίαση και, συχνά, ψυχαγωγία, ιδίως
    404 bytes (34 words) - 12:13, 29 September 2017
  • και παροχή ασύλου σε άτομο και, κυρίως, σε δούλο που έχει δραπετεύσει 5. κατάλυμα («τοῑς φρουροῑς ὑποδοχὴν εὐερκῆ», Πλάτ.) 6. καταφύγιο πλοίων και στρατευμάτων
    3 KB (212 words) - 12:59, 29 September 2017
  • ο (ΑΜ ξενών, -ῶνος, Α και ξενεών) ειδικό κτήριο ή κατάλυμα σε μοναστήρι ή δωμάτιο σπιτιού για διαμονή και διανυκτέρευση ξένων μσν. πτωχοκομείο ή νοσοκομείο
    649 bytes (44 words) - 12:06, 29 September 2017
  • απαντά στο ρ. ι-αύω, που έχει την ίδια σημασία, και στα αρμ. aw-t «κατοικία, κατάλυμα», ag-anim «περνώ τη νύχτα, διανυκτερεύω». Το ίδιο θ. σε –λ- εμφανίζεται
    3 KB (205 words) - 06:23, 29 September 2017
  • και το αποτέλεσμα του στρατοπεδεύω, η εγκατάσταση στρατεύματος σε ειδικό κατάλυμα αρχ. ο τόπος όπου έχει στρατοπεδεύσει ένα στράτευμα, στρατόπεδο. Αναζήτηση
    450 bytes (36 words) - 12:32, 29 September 2017
  • λιμὴν ἢ καταγωγή». β) καθόλου, τόπος εἰς ὃν καταλύουσιν οἱ ὁδοιποροῦντες, κατάλυμα, πανδοκεῖον, σταθμός, Λατ. statio, ὡς τὸ καταγώγιον, Ἡρόδ. 1. 181., 5.
    9 KB (750 words) - 12:35, 15 February 2019
  • προσχολικής ή σχολικής ηλικίας, καθώς και ο αντίστοιχος θεσμός μσν.-αρχ. κατάλυμα αρχ. (για πτηνά) φωλιά. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    889 bytes (67 words) - 07:22, 29 September 2017
  • τον Όμ. και για ανθρώπους) τόπος διαμονής, τόπος μόνιμης εγκατάστασης, κατάλυμα, ενδιαίτημα, κατοικία, στέκι 2. (ειδ. για τον ήλιο) ο τόπος από όπου ξεκινά
    7 KB (558 words) - 07:16, 29 September 2017
  • II. 1. ησυχαστήριο, κατάλυμα, διαμονή, ανάπαυση, σε Ευρ. 2. κατάλυμα, μέρος όπου αναπαύεται κάποιος, ξενώνας, κατοικία, κατάλυμα, καταλύσιες (Ιων. αντί
    12 KB (1,048 words) - 14:55, 9 January 2019
  • κοιμάμαι στην κούρνια, αναπαύομαι κατά τη νύχτα 2. (για ανθρώπους) βρίσκω κατάλυμα, διανυκτερεύω, βρίσκω καταφύγιο 3. κοιμάμαι νωρίς. [ΕΤΥΜΟΛ. Πιθ. < κούρνια
    749 bytes (58 words) - 07:25, 29 September 2017
  • η (AM ἐπισταθμία Α και ἐπισταθμεία) επίσταθμος κατάλυμα νεοελλ. η παραμονή στρατιωτικού σώματος σε στεγασμένους χώρους κατά τη διάρκεια πορείας αρχ. υποχρέωση
    447 bytes (35 words) - 07:12, 29 September 2017
  • το (Μ κονάκι[ν]) 1. κατάλυμα, κατοικία 2. φρ. «κάνω κονάκι» — καταλύω, σταθμεύω νεοελλ. 1. το κτηριακό συγκρότημα του ιδιοκτήτη σ' ένα τσιφλίκι 2. (στην
    551 bytes (39 words) - 07:25, 29 September 2017
  • αὐτ. ἐν Ἀντ. 833· ἐκτὸς αὐτὸν τάξεων κατηύνασεν, προσδιώρισεν εἰς αὐτόν κατάλυμα ἔξω τοῦ στρατεύματος, Εὐρ. Ρῆσ. 614·- μεταφορ., καθησυχάζω, πραΰνω, πόντον
    8 KB (611 words) - 11:35, 26 February 2019
  • είναι κυρίως ποιητική και έχει τόσο τη γενική σημασία «κλίνη, στρώμα, κατάλυμα», η οποία διακρίνεται από τη σημασία λέχος που δηλώνει μόνο τον σκελετό
    4 KB (296 words) - 12:40, 15 February 2019
  • τι παρέχεται, ό,τι έχει δοθεί (α. «παροχές προς τους αγρότες». β. «μήτε κατάλυμα δοθῆναι μήτε παροχήν», Πλούτ.) νεοελλ. 1. (αστ. δίκ.) πράξη ή παράλειψη
    5 KB (386 words) - 12:50, 15 February 2019
  • αὐλισμός, ο (AM) κατασκήνωση, κατάλυμα. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    102 bytes (14 words) - 06:59, 29 September 2017
  • καταλυμάτιον, τὸ (Α) (υποκορ. του κατάλυμα) μικρό κατάλυμα. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    139 bytes (17 words) - 07:22, 29 September 2017
  • σε άλλα παρόμοιου είδους οικήματα 2. παθ. στρατωνίζομαι εγκαθίσταμαι σε κατάλυμα ως στρατιώτης. [ΕΤΥΜΟΛ. < στρατών(ας). Η λ. μαρτυρείται από το 1869 στον
    541 bytes (41 words) - 12:32, 29 September 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)