Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "καταδεκτικός" on this wiki. See also the other search results found.

  • όν, aufnehmend, Macrob. Saturn. 7, 4. και καταδεχτικός, -ή, -ό (AM καταδεκτικός, -ή, -όν) καταδέχομαι νεοελλ.-μσν. αυτός που καταδέχεται, αυτός που φέρεται
    1,001 bytes (51 words) - 06:38, 29 September 2017
  • εὐπροσήγορος, -ον) αυτὸς που μιλά με φιλικό και ευγενικό τρόπο, ο προσηνής, ο καταδεκτικός. επίρρ... ευπροσηγόρως (Α εὐπροσηγόρως) με ευπροσήγορο τρόπο, φιλοφρόνως
    598 bytes (40 words) - 07:15, 29 September 2017
  • προσιτός, αυτός τον οποίο εύκολα μπορεί να πλησιάσει κάποιος 2. (για πρόσ.) καταδεκτικός, ευπροσήγορος μσν.-αρχ. ευάρεστος, ευχάριστος. επίρρ... εὐπροσίτως (Α)
    856 bytes (56 words) - 06:34, 29 September 2017
  • -ή, -ό, (AM καταδεκτικός, -ή, -όν) βλ. καταδεκτικός. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    120 bytes (17 words) - 07:21, 29 September 2017
  • ευγενική συμπεριφορά ακόμη και σε κατώτερους ή πιο αδύνατους. [ΕΤΥΜΟΛ. < καταδεκτικός. Η λ., στον λόγιο τύπο καταδεκτικότης, μαρτυρείται από το 1889 στην εφημερίδα
    599 bytes (44 words) - 07:21, 29 September 2017
  • πρόσβαση, ο ευπρόσιτος αρχ. 1. (για πρόσ.) ευπρόσιτος, ευπροσήγορος, καταδεκτικός 2. ενεργ. αυτός που πλησιάζει εύκολα, ο ευάγωγος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + πρόσ-οδος]
    649 bytes (45 words) - 06:34, 29 September 2017
  • συγκαταβατικός, -ή, -όν, ΝΜΑ συγκατάβασις 1. επιεικής, ενδοτικός, ήπιος 2. καταδεκτικός νεοελλ. αυτός που γίνεται με συγκατάβαση, αυτός που ενέχει συγκατάβαση
    2 KB (127 words) - 12:35, 29 September 2017
  • όποιος υποστηρίζει ότι πιστεύει στην κοινωνική ισότητα και πρόοδο 3. ο καταδεκτικός προς όσους βρίσκονται σε κατώτερη θέση, αυτός που έχει απλούς τρόπους
    1 KB (91 words) - 07:03, 29 September 2017
  • εὐπροσήγορος, -ον) αυτὸς που μιλά με φιλικό και ευγενικό τρόπο, ο προσηνής, ο καταδεκτικός. επίρρ... ευπροσηγόρως (Α εὐπροσηγόρως) με ευπροσήγορο τρόπο, φιλοφρόνως
    4 KB (269 words) - 22:50, 9 January 2019
  • ο ευπρόσιτος («χώραν πᾱσιν εὐεπίμικτον», Στράβ.) 2. (για ανθρώπους) ο καταδεκτικός. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + επί-μικτος (< επι-μίγνυμι)]. Αναζήτηση σε: Google |
    641 bytes (41 words) - 07:14, 29 September 2017
  • πρόσβαση, ο ευπρόσιτος αρχ. 1. (για πρόσ.) ευπρόσιτος, ευπροσήγορος, καταδεκτικός 2. ενεργ. αυτός που πλησιάζει εύκολα, ο ευάγωγος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + πρόσ-οδος]
    4 KB (248 words) - 19:35, 9 January 2019
  • affable. Étymologie: φίλος, προσήγορος. -ον, Α ευπροσήγορος, προσηνής, καταδεκτικός. επίρρ... φιλοπροσηγόρως Α με φιλοπροσηγορία. [ΕΤΥΜΟΛ. < φιλ(ο)- + προσήγορος
    2 KB (123 words) - 02:30, 10 January 2019
  • αυτός που έχει καλούς, ευγενείς τρόπους, που φέρεται καλά, ευπροσήγορος, καταδεκτικός. [ΕΤΥΜΟΛ. < καλ(ο)- + -τροπος (< τρόπος), πρβλ. ιδιό-τροπος, ποικιλό-τροπος]
    1 KB (55 words) - 06:37, 29 September 2017
  • εὐστώμυλος, -ον (Μ) ομιλητικός, καταδεκτικός. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + στωμύλος «πολύ ομιλητικός, φλύαρος»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    336 bytes (20 words) - 07:15, 29 September 2017
  • προσιτός, αυτός τον οποίο εύκολα μπορεί να πλησιάσει κάποιος 2. (για πρόσ.) καταδεκτικός, ευπροσήγορος μσν.-αρχ. ευάρεστος, ευχάριστος. επίρρ... εὐπροσίτως (Α)
    3 KB (162 words) - 22:55, 9 January 2019
  • εὐμενής: -ές (μένος),· I. 1. αυτός που έχει καλή προδιάθεση, ευνοϊκός, καταδεκτικός, προσηνής, αγαθός, καλοσυνάτος, σε Ομηρ. Ύμν., Αττ. 2. λέγεται για τόπους
    13 KB (1,029 words) - 11:30, 26 February 2019
  • ΝΜΑ, και δωρ. τ. προσανής και ποτανής Α (για πρόσ.) πράος, ευγενικός, καταδεκτικός, με πολιτισμένη, ευγενική συμπεριφορά και φιλική διάθεση (α. «εὔνους
    11 KB (864 words) - 11:30, 9 January 2019
  • δέχομαι κάποιον ή κάτι με καλή διάθεση, με ευγένεια και συγκατάβαση, είμαι καταδεκτικός («δεν καταδέχεται να μιλάει μαζί μας») μσν. επιτρέπω μσν.-αρχ. 1. δέχομαι
    7 KB (597 words) - 11:20, 4 September 2019
  • ο ευπρόσιτος («χώραν πᾱσιν εὐεπίμικτον», Στράβ.) 2. (για ανθρώπους) ο καταδεκτικός. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + επί-μικτος (< επι-μίγνυμι)]. Αναζήτηση σε: Google |
    1 KB (77 words) - 07:14, 29 September 2017
  • εὐομίλητος, -ον (Α) επιγρ. ευπροσήγορος, φιλόφρων, καταδεκτικός. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + -ομιλητος (< ομιλώ), πρβλ. γλυκ-ομίλητος, ολιγ-ομίλητος]. Αναζήτηση σε:
    486 bytes (25 words) - 06:34, 29 September 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)