Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "καταλήγω" on this wiki. See also the other search results found.

  • ναυμαχίαν Θουκυδίδης κατέληξε τὴν πραγματείαν, beendigen, D. Sic. 14, 84. καταλήγω: μέλλ. -ξω, πάυω, τελειώνω, σταματ, ἀντίθ. τοῦ ἄρχομαι, πρὶν καταλῆξαι…
    7 KB (572 words) - 11:40, 26 February 2019
  • ἡ (AM κατάληξις) καταλήγω τέλος, παύση, τελείωμα νεοελλ. 1. έκβαση, απόληξη, αποτέλεσμα 2. γραμμ. η τελευταία συλλαβή ή ο τελευταίος φθόγγος της λέξης
    808 bytes (65 words) - 07:22, 29 September 2017
  • φθάνω σε ένα σημείο, σε κάποιο ύψος, ανεβαίνω 2. (για πράγματα) καταντώ, καταλήγω κάπου, σημαίνω κάτι 3. επανέρχομαι, γυρίζω πίσω ή στην αρχή. Αναζήτηση
    704 bytes (56 words) - 06:54, 29 September 2017
  • εξορία 9. ανάγω, αποδίδω σε κάποιον κάτι II. (αμτβ.) 1. (για δρόμο) οδηγώ, καταλήγω 2. συνέρχομαι, συνεφέρνω III. μέσ. 1. φέρω, παίρνω μαζί μου 2. αναπνέω
    1 KB (102 words) - 06:54, 29 September 2017
  • σε ένα σημείο, καταλήγω («παρεισελθόντας δ' ἐντὸς τοῦ τείχους... τοῑς ξίφεσιν εἰς τὰ βασίλεια καταντῆσαι», Διόδ.) 2. τελειώνω, καταλήγω («ἐπί τινας λογισμοὺς
    3 KB (208 words) - 12:45, 15 February 2019
  • τους νέους στην αρετή») νεοελλ. 1. είμαι οδηγός μηχανοκίνητου οχήματος 2. καταλήγω, απολήγω, φέρω ή φτάνω κάπου (α. «οι κακοί χειρισμοί οδήγησαν την οικονομία
    1 KB (121 words) - 12:06, 29 September 2017
  • (AM ἀποβαίνω) 1. καταλήγω, καταντῶ 2. καθίσταμαι, γίνομαι, αποδεικνύομαι αρχ. 1. αποβιβάζομαι 2. φεύγω, αναχωρῶ 3. (για πρόσωπα) καταντῶ, γίνομαι 4. (για
    998 bytes (71 words) - 06:56, 29 September 2017
  • (I) αράσσω 1. προσορμίζω πλοίο 2. προσορμίζομαι, προσεγγίζω αγκυροβολώ 3. καταλήγω κάπου μετά από περιπλάνηση 4. φρ. «την άραξα» — κάθισα αναπαυτικά, βολεύτηκα
    906 bytes (67 words) - 12:32, 8 January 2019
  • ανταποδίδω, δίνω ως αντάλλαγμα 2. παρέχω σε κάποιον κάτι 3. εξαντλούμαι 4. καταλήγω, καταντώ νεοελλ. 1. μεταφράζω 2. ερμηνεύω κείμενο μουσικό ή θεατρικό μσν
    2 KB (151 words) - 06:57, 29 September 2017
  • παθ.) περατώνομαι α) περιορίζομαι β) είμαι πεπερασμένος γ) γραμμ. λήγω, καταλήγω. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    511 bytes (41 words) - 12:16, 29 September 2017
  • -ον) (για στίχους) αυτός που έχει την ίδια κατάληξη. [ΕΤΥΜΟΛ. < ομοι(ο)- + καταλήγω (πρβλ. μακρο-κατάληκτος)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    421 bytes (29 words) - 12:09, 29 September 2017
  • δόξομεν δαΐων ὐπέρτεροι ἐν φάει καταβαίνειν», Πίνδ.) 3. καταλήγω κάπου κατά την ομιλία 4. καταλήγω στο ίδιο συμπέρασμα, συμφωνώ σε κάτι 5. ταπεινώνω, θίγω
    5 KB (387 words) - 12:30, 15 February 2019
  • άκρη», σ’ όλη την έκταση ή το μήκος, παντού «βρίσκω (ή βγάζω) την άκρη», α) καταλήγω σε συμπέρασμα, συμφωνώ, β) εξιχνιάζω «όπου με βγάλει η άκρη», είμαι αποφασισμένος
    4 KB (293 words) - 20:49, 22 December 2018
  • λέω την αλήθεια 2. προλέγω σωστά 3. αποδεικνύω κάτι αληθινό, επαληθεύω 4. καταλήγω στην αλήθεια 5. μέσ. α) εκπληρώνομαι, πραγματοποιούμαι β) είμαι σύμφωνος
    1 KB (73 words) - 06:50, 29 September 2017
  • ῥέπει θεός» — ο θεός είναι ευνοϊκά διατεθειμένος β) «ῥέπω εἴς τι» — τείνω, καταλήγω, καταντώ («τὸ μηδὲν εἰς οὐδὲν ῥέπει», Ευρ.). [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ.
    2 KB (167 words) - 12:26, 29 September 2017
  • (Α ἀπολήγω) λήγω νεοελλ. καταλήγω σε κάτι, έχω ως αποτέλεσμα αρχ. 1. δίνω τέλος σε κάτι 2. παύω, σταματώ, περνώ 3. σταματώ να κάνω κάτι 4. (για άνεμο)
    576 bytes (51 words) - 06:21, 29 September 2017
  • εμφανίζομαι 5. (για γεγονότα) συμβαίνω 6. βγάζω βλαστούς, βλαστάνω 7. καταλήγω, γίνομαι, αποδεικνύομαι κάτι 8. (για τμήμα ξηράς μέσα σε θάλασσα) εξέχω
    2 KB (85 words) - 06:54, 29 September 2017
  • κάποιον μσν. 1. (για μαλλιά) ξεμπερδεύω, ξεμπλέκω 2. μεταφράζω 3. αποβαίνω, καταλήγω σε κάτι («κάμε το, κυράτσα μου, κι εἰς τὸν Θεὸν σ' ὀμνέγω νὰ ξεδιαλύνει
    1 KB (101 words) - 12:06, 29 September 2017
  • μέσ. συβάζομαι α) συμφωνώ, παραδέχομαι β) (σχετικά με ζήτημα ή διαφορά) καταλήγω σε συμφωνία. [ΕΤΥΜΟΛ. < συμβιβάζω, με απλολογία (πρβλ. αμφιφορεύς > αμφορεύς)]
    1,011 bytes (68 words) - 15:20, 15 January 2019
  • προσπάθεια, αποσπώ βίαια από τη θέση του, ξεριζώνω 2. (για ρούχα) βγάζω 3. καταλήγω στο συμπέρασμα ΙΙ. (το ουδ. της μτχ. ενεστ. ως ουσ.) το εξαγόμενο 1. συμπέρασμα
    6 KB (421 words) - 12:20, 15 February 2019

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)