Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "καταφεύγω" on this wiki. See also the other search results found.

  • Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο καταφεύγω: μέλ. -φεύξομαι, 1. δραπετεύω, καταφεύγω για ασφάλεια, αναζητώ καταφύγιο, σε Ηρόδ.· με αιτ
    12 KB (1,095 words) - 13:52, 3 October 2019
  • βγαίνω 3. (για τόπους) απέχω, είμαι μακριά 4. «ἀποχωρῶ εἴς τι ή ἐπί τι» — καταφεύγω 5. (το ουδ. μτχ. ενεστ. ως ουσ.) τὸ ἀποχωροῡν περίττωμα, η ακαθαρσία.
    737 bytes (61 words) - 06:58, 29 September 2017
  • διαθήκη) συμπεριλαμβάνομαι 2. αρχίζω 3. επιτίθεμαι 4. πηγαίνω 5. προσφεύγω, καταφεύγω 6. επέρχομαι αρχ.-μσν. (για συναισθήματα, ψυχικές καταστάσεις κ.λπ.) μπαίνω
    3 KB (179 words) - 07:06, 29 September 2017
  • αποδημώ ή «ἀποδημῶ εἰς Κύριον» — πεθαίνω μσν. 1. σταματώ να κάνω κάτι 2. καταφεύγω σε κάτι. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    515 bytes (44 words) - 06:57, 29 September 2017
  • τρέχω ή κατευθύνομαι προς τα πίσω 2. θυμάμαι τα περασμένα, αναπολώ νεοελλ. καταφεύγω σε βοήθημα ή λεξικό αρχ. 1. υποχωρώ, αποσύρομαι 2. ανιχνεύω, αναζητώ 3
    635 bytes (46 words) - 06:23, 29 September 2017
  • Διόδ.) 2. τελειώνω, καταλήγω («ἐπί τινας λογισμοὺς κατήντησε», Πολ.) 3. καταφεύγω σε κάτι («καταντᾱν ἐπὶ τὴν ἡδονήν», Επίκ.) αρχ. 1. (για γεγονότα) επέρχομαι
    3 KB (208 words) - 12:45, 15 February 2019
  • ενδιαφέρον μου («προς αυτήν εγείραμε όλοι») 7. σηκώνομαι («γείρε, φύγε») 8. καταφεύγω για προστασία («δεν έχει πού να γείρει») 9. (για πόρτες, παράθυρα κ.λπ
    5 KB (332 words) - 07:01, 29 September 2017
  • temple, Leg.Gort.1.39. ναεύω: εἰς ναὸν καταφεύγω, Ἐπιγραφ. Κρήτ. ἐν Hell. J. 2. 13, σ. 52. ναεύω (Α) ναός καταφεύγω σε ναό. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    599 bytes (39 words) - 11:58, 29 September 2017
  • Mai’s Coll. Vat. σ. 529, Βυζ., πρβλ. κρησφύγετον. καταφύγιον -ου, τό [καταφεύγω] toevluchtsoord.
    694 bytes (35 words) - 07:00, 1 January 2019
  • se réfugier, refuge; 2 lieu de refuge. Étymologie: καταφεύγω. refugio ἡ (AM καταφυγή) καταφεύγω 1. το να καταφεύγει κάποιος κάπου ή σε κάποιον για
    5 KB (317 words) - 00:00, 10 January 2019
  • 38, ist = er muß nicht einer Klage ausgesetzt sein. προσφεύγω: φεύγω, καταφεύγω πρός τινα ἢ πρός τι ζητῶν καταφυγήν, τινὶ Πλουτ. Πομπ. 46, Κικ. 3, κτλ
    3 KB (221 words) - 11:15, 10 January 2019
  • αναπλέω, βγαίνω στα ανοιχτά 5. πηγαίνω σε κάποιον για να ζητήσω βοήθεια, καταφεύγω ως ικέτης 6. επανέρχομαι, γυρίζω πίσω, γυρίζω στην πατρίδα 7. κατευθύνομαι
    884 bytes (70 words) - 06:22, 29 September 2017
  • του επιδίκασε χίλιες δραχμές αποζημίωση») αρχ. 1. μέσ. (για ενάγοντα) καταφεύγω στα δικαστήρια για να βρω το δίκιο μου («προσαγορεύειν δὲ τὲν φόνον τῷ
    1,020 bytes (79 words) - 06:31, 29 September 2017
  • - νεοελλ. 1. προσορμίζομαι, αράζω 2. προσορμίζω νεοελλ. 1. επιδιώκω 2. καταφεύγω αρχ. Ι. 1. χτυπώ δυνατά, κρούω 2. συγκρούω, συντρίβω 3. (με δοτ.) επιτίθεμαι
    2 KB (128 words) - 11:10, 23 December 2018
  • endeavour to get away: hence part. φεύγων is added to the compd. Verbs καταφεύγω, ἐκφεύγω, προφεύγω, to distinguish the attempt from the accomplishment
    72 KB (7,113 words) - 14:40, 3 October 2019
  • (για άλογα) στέκομαι όρθιος στα πίσω πόδια 7. πρήζομαι, εξογκώνομαι 9. καταφεύγω («πρὸς τὸ πρῶτον ἐκεῑνο... ἐξάλλονται», Πλούτ.). Αναζήτηση σε: Google
    844 bytes (71 words) - 06:32, 29 September 2017
  • ἄσυλον, ὁ αὐτ. 1. 134. se réfugier auparavant. Étymologie: πρό, καταφεύγω. Α 1. καταφεύγω εκ τών προτέρων σε ασφαλές μέρος για να βρω προστασία («καὶ φθάνουσιν
    2 KB (180 words) - 00:25, 10 January 2019
  • καταφυγγάνω: = καταφεύγω, σε Ηρόδ., Αισχίν. καταφυγγάνω: Her., Aeschin. = καταφεύγω. καταφυγγάνω [~ καταφεύγω] vluchten. = καταφεύγω, Hdt., Aeschin
    1 KB (61 words) - 00:00, 10 January 2019
  • το διαμαρτυρικό 2. ενεργώ διαμαρτύρηση, προβαίνω σε διαμαρτύρηση αρχ. καταφεύγω σε διαμαρτυρία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια |
    367 bytes (29 words) - 06:39, 29 September 2017
  • Ν (για πλοίο) καταφεύγω σε απάνεμο μέρος. [ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται για λ. ιταλ. προελεύσεως]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    234 bytes (22 words) - 12:30, 29 September 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)