Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "καταχθόνιος" on this wiki. See also the other search results found.

  • gr | Κάτο καταχθόνιος: -ον, υπόγειος, Ζεὺς καταχθόνιος, δηλ. ο Πλούτωνας, σε Ομήρ. Ιλ.· δαίμονες κ., Λατ. Dii Manes, σε Ανθ. καταχθόνιος: и 3 1) подземный:
    6 KB (560 words) - 21:30, 30 June 2020
  • νεοελλ. 1. μτφ. α) άνθρωπος πονηρός, πανούργος β) άνθρωπος διαβολικός, καταχθόνιος 2. φρ. «πίσω μου σέ έχω σατανά!» — λέγεται όταν κάποιος βρίσκεται αντιμέτωπος
    1 KB (86 words) - 12:27, 29 September 2017
  • ὑπὸ τὰ ὁποῖα ἐλατρεύετο, ὅρα τοὺς Πίνακας τῆς Συλλ. Ἐπιγρ. 23. ΙΙ. Ζεὺς καταχθόνιος, ὁ τοῦ Οὐεργιλίου Jupiter Stygius, ὁ Πλούτων, Ἰλ. Ι. 457. ΙΙΙ. διὰ τῆς
    5 KB (483 words) - 11:25, 16 July 2020
  • ΝΜΑ Σατάν 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον σατανά 2. διαβολικός, καταχθόνιος. επίρρ... σατανικώς / σατανικῶς, ΝΜΑ, και σατανικά Ν κατά τρόπο σατανικό
    430 bytes (37 words) - 12:27, 29 September 2017
  • ύπουλα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπ(ο)- + -χθόνιος (< χθων, χθονός «γη, έδαφος»), πρβλ. καταχθόνιος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    1 KB (83 words) - 12:59, 29 September 2017
  • wealth, τῷ Διὶ πλούτου πέρι ἐρίζειν Hdt.5.49.    II of other deities, Ζεὺς καταχθόνιος,= Πλούτων, Il.9.457; Ζεὺς χθόνιος S.OC1606, SIG1024.25 (Myconos, iii/ii
    56 KB (6,083 words) - 10:12, 22 October 2020
  • δαιμονίς, η) πονηρό πνεύμα, διάβολος νεοελλ. 1. (για ανθρώπους) έξυπνος αλλά καταχθόνιος 2. (σε αναφώνηση οργής ή εκπλήξεως) «τί δαίμονα!», «να πάρει ο δαίμονας
    5 KB (321 words) - 07:03, 29 September 2017
  • [[[άβυσσος]], η] 1. απύθμενος, χαώδης 2. κρημνώδης, βαραθρώδης 3. ανεξιχνίαστος, καταχθόνιος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    245 bytes (22 words) - 06:30, 29 September 2017
  • νεοελλ. γένος ακανθοπτερύγιων ιχθύων, κν. χριστόψαρο αρχ. 1. φρ. α) «Ζεὺς καταχθόνιος» — ο Πλούτων β) «σχαοκέφαλος Ζεύς» — κωμ. επίθ. του Περικλέους γ) «Διὸς
    8 KB (645 words) - 15:11, 15 January 2019
  • Δία· Ζεὺς καὶ ἐγώ, τρίτατος δ' Ἀΐδης, σε Ομήρ. Ιλ.· ονομάζεται και Ζεὺς καταχθόνιος, στο ίδ.· εἰν ή εἰς Ἀΐδαο (ενν. δόμοις, δόμους), στον Κάτω Κόσμο, σε Όμηρ
    6 KB (720 words) - 13:00, 3 October 2019
  • η δολιότητα, κακοβουλία, κατεργαριά. [ΕΤΥΜΟΛ. < καταχθόνιος. Η λ., στον λόγιο τ. καταχθονιότης, μαρτυρείται από το 1865 στο περιοδικό σύγγραμμα (Νέα) Πανδώρα]
    421 bytes (30 words) - 07:22, 29 September 2017
  • the cave of Trophonius, Philostr.VA8.19; ὑ. γενέσθαι Luc.Cont.22: cf. καταχθόνιος, χθόνιος. Abbreviations: ALL | General | Authors & Works ὑποχθόνιος:
    4 KB (261 words) - 18:05, 1 July 2020
  • auch 2 Endgn, 1) in der Erde, im Schooße der Erde, unterirdi sch, wie καταχθόνιος; Hes. Th. 697. 767; Ζεὺς χθόνιος, der unterirdische Zeus, d. i. Hades
    18 KB (1,711 words) - 13:45, 8 July 2020
  • τρίτατος δ’ Ἀΐδης. Ἰλ. Ο. 188, πρβλ. Ἡσ. Θ. 455· καλεῖται δὲ καὶ Ζεὺς καταχθόνιος, Ἰλ. Ι. 457· ἄναξ ἀνέρων, Υ. 61, κτλ.: - εἰν, εἰς Ἀΐδαο, (ἐνν. δόμοις
    8 KB (968 words) - 13:45, 2 October 2019
  • dat. Ἄιδι, Ἀίδῃ, Ἀιδωνῆι, acc. Ἀίδην: Hades; ἐνέροισιν ἀνάσσων, Ζεὺς καταχθόνιος, κρατερὸς πυλάρτης, πελώριος, κλυτόπωλος, ἴφθῖμος, στυγερός. Freq. Ἄιδος
    3 KB (296 words) - 18:40, 8 July 2020
  • nicht sieht; unglücklich, 1478 ch.; νυκτὸς βλέφαρον Eur. Phoen. 546; καὶ καταχθόνιος τόπος Dion. Hal. 8, 52. ἀφεγγής: -ές, ἄνευ φέγγους, φωτός, φῶς ἀφ.,
    7 KB (682 words) - 15:05, 8 July 2020
  • von Πλούτων), Pluto, der Jupiter der Unterwelt (Iuppiter Stygius [Ζευς καταχθόνιος], Ov. fast. 5, 448): Dis pater, Varro LL. 5, 66. Cic. de nat. deor. 2
    2 KB (328 words) - 08:56, 15 August 2017
  • τῆς γῆς, γήϊνος. Ὀρφ. Ἀργ. 396, κτλ. ΙΙ. ὑπὸ τὴν γῆν, ὑπόγειος, ὡς τὸ καταχθόνιος, ἐπὶ τῆς Περσεφόνης, Λυκόφρ. 49, 698· ἐπὶ τοῦ Πλούτωνος, Ἀνθ. Π. 14. 123
    3 KB (200 words) - 17:25, 1 July 2020
  • καταχθόνιος Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation based on the reversal of DGE)
    42 bytes (14 words) - 11:14, 22 August 2017
  • Γρυπ. β. «ὦ σκοτία νύξ», Ευρ.) νεοελλ. μτφ. δόλιος, ύπουλος, κακόβουλος, καταχθόνιος (α. «σκότιες σκέψεις» β. «σκότιες ενέργειες») αρχ. 1. (για τον κάτω κόσμο)
    11 KB (1,026 words) - 14:25, 28 October 2020

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)