Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "κατεργασία" on this wiki. See also the other search results found.

  • να κατασκευαστεί κάτι από αυτό («α. χημική κατεργασία τών μετάλλων» β. «κατεργασμένα δέρματα» γ. «κατεργασία ἀργυρίου», Πολ.) 2. η επεξεργασία της τροφής
    4 KB (299 words) - 12:35, 15 February 2019
  • προέρχεται από εξάτμιση φυτικών χυμών ή από διαλύματα που παρασκευάζονται με κατεργασία φυτικών, ζωικών ή ορυκτών προϊόντων. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    510 bytes (44 words) - 07:07, 29 September 2017
  • χρησιμοποιόταν προκειμένου να δηλώσει την επεξεργασία του μαλλιού και την κατεργασία του μετάλλου. Αργότερα στην αττική διάλεκτο προσέλαβε τη γνωστή μέχρι
    2 KB (162 words) - 06:59, 29 September 2017
  • αναλογία χρήσιμα μέταλλα, τα οποία χρειάζονται φυσική, χημική ή θερμική κατεργασία για να χρησιμοποιηθούν από τη βιομηχανία 2. (γενικά) κάθε ορυκτή ύλη που
    557 bytes (49 words) - 06:48, 29 September 2017
  • μετάλλων ή μεταλλικών κραμάτων, που επιτυγχάνεται με κρουστική ή πιεστική κατεργασία μεταξύ δύο εργαλείων, π.χ. σφύρας και άκμονος 2. μτφ. διαμόρφωση, διάπλαση
    659 bytes (50 words) - 12:57, 29 September 2017
  • ή η αφαίρεση της υγρασίας, αποξήρανση, στέγνωμα νεοελλ. (τεχνολ.-χημ.) κατεργασία η οποία αποβλέπει στην ολική ή μερική αφαίρεση της περιεχόμενης σε ένα
    637 bytes (55 words) - 12:06, 29 September 2017
  • υπηρεσία ή κατάσταση («επαναφορά του φόρου») 2. (μεταλλοτεχν.) η θερμική κατεργασία ενός βαμμένου μετάλλου με ομοιόμορφη θερμοκρασία, κατώτερη από τη θερμοκρασία
    1 KB (101 words) - 06:38, 29 September 2017
  • ξύλινη, κεφαλή και μεταλλική ή ξύλινη λαβή, εργαλείο κατάλληλο για την κατεργασία μετάλλων ή λίθων με κρούση, για θραύση σκληρών υλικών, για ήλωση, για
    1 KB (93 words) - 12:52, 29 September 2017
  • («ἡ τῆς γνάψεως ὁλκή» — το να σύρει κάποιος το ξαντικό εργαλείο κατά την κατεργασία υφασμάτων, Πλάτ.) 2. η προς τα κάτω ροπή της πλάστιγγας νεοελλ. 1. το
    2 KB (158 words) - 12:45, 15 February 2019
  • Ν 1. δέρμα, δορά προβάτου είτε στη φυσική της κατάσταση είτε μετά από κατεργασία 2. (κατ' επέκτ.) δέρμα ζώου, τομάρι. [ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. έχει σχηματιστεί από
    824 bytes (67 words) - 15:25, 15 January 2019
  • («ἡ τῆς ἐσθῆτος ἐκ τῶν ἐρίων ἐργασία», Ξεν.) αρχ. 1. έργο, λειτουργία 2. κατεργασία ύλης («χαλκοῡ ἐργασίας», Πλάτ.) 3. καλλιέργεια της γης («τὰ περὶ κήπων
    4 KB (306 words) - 07:13, 29 September 2017
  • μια ακάθαρτη εκρηκτική ύλη και η προσθήκη ενός σταθεροποιητή 5. (φαρμ.) κατεργασία η οποία αποβλέπει στην καταστροφή τών διαλυτών ενζύμων τών νωπών φυτών
    3 KB (261 words) - 12:31, 29 September 2017
  • σκοινί τον χορό») 3. στον πληθ. τα σχοινιά (παλαιότερα) όργανο για την κατεργασία ή για το στοίβαγμα του τριχώματος της κατσίκας αποτελούμενο από τρία ή
    5 KB (386 words) - 11:30, 14 January 2019
  • χάλυβα, με ακμή κοφτερή στο ένα άκρο του, το οποίο είναι κατάλληλο για κατεργασία διαφόρων σκληρών υλικών 2. μαχαίρι τών υποδηματοποιών. [ΕΤΥΜΟΛ. < κοπίς
    717 bytes (54 words) - 06:41, 29 September 2017
  • κατώτερη του 1, 8%, τα οποία μπορούν να προσλάβουν, με μηχανική και θερμική κατεργασία, μεγάλη ποικιλία ιδιοτήτων 2. μτφ. καθετί που είναι σκληρό και ανθεκτικό
    7 KB (520 words) - 12:56, 29 September 2017
  • αντικειμένου από επίπεδο φύλλο μετάλλου ή θερμοπλαστικού υλικού με κατάλληλη κατεργασία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    465 bytes (37 words) - 07:24, 29 September 2017
  • το, Ν πριονίζω τεχνολ. η ενέργεια του πριονίζω, η κοπή ή η κατεργασία ξύλου ή άλλου υλικού με τη βοήθεια μηχανικού ή χειροκίνητου πριονιού. Αναζήτηση
    304 bytes (33 words) - 12:20, 29 September 2017
  • η / τόρνευσις, -εύσεως, ΝΜΑ τορνεύω η ενέργεια του τορνεύω, κατεργασία με τόρνο ξύλινου, μεταλλικού ή άλλου αντικειμένου, τορνάρισμα. Αναζήτηση σε: Google
    286 bytes (27 words) - 12:53, 29 September 2017
  • η / σμίλευσις, -εύσεως, ΝΜΑ σμιλεύω κατεργασία αντικειμένου με σμίλη, λάξευση. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    178 bytes (19 words) - 12:30, 29 September 2017
  • μηχανών ή για σκούπισμα τών χεριών 2. νήμα κατώτερης ποιότητας από την κατεργασία του λιναριού 3. βύσμα από γνάφαλα και άλλες ύλες με το οποίο φράζεται
    2 KB (148 words) - 12:32, 29 September 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)