Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "κατηγορία" on this wiki. See also the other search results found.

  • Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο κατηγορία: Ιων. -ίη, ἡ, κατηγορητήριο, κατηγορία, καταγγελία, σε Ηρόδ., Θουκ. κ.λπ. κατηγορία -ας, ἡ, Ion. κατηγορίη [κατήγορος]
    12 KB (974 words) - 13:50, 3 October 2019
  • -μσν. κατηγορία, καταγγελία αρχ. 1. αντικείμενο μομφής, καταγγελίας 2. πράξη που προκαλεί κατηγορία ή ντροπή 3. (στους ρήτορες) έγγραφη κατηγορία που γίνεται
    1 KB (91 words) - 12:25, 15 February 2019
  • προξενεί νομικό αποτέλεσμα αρχ. 1. κατηγορία, ψόγος, μομφή 2. το σφάλμα, η ευθύνη, η ενοχή που περιέχονται σε μια κατηγορία, έγκλημα 3. (για δικανικούς λόγους)
    5 KB (359 words) - 06:19, 29 September 2017
  • ὁτιοῦν. (The accusation) is something of this sort: P. τοιαύτη τίς ἐστιν (ἡ κατηγορία) (Plat., Ap. 19C). Look up something on Perseus | Wiktionary | Wikipedia
    386 bytes (41 words) - 10:03, 21 July 2017
  • και κατηγοράω (AM κατηγορῶ, -έω) κατήγορος 1. προσάπτω κατηγορία σε κάποιον, φέρνω κάποιον σε δικαστήριο, διώκω κάποιον δικαστικώς, ενοχοποιώ (α. «τον
    3 KB (173 words) - 12:30, 15 February 2019
  • μερίδιο από την κληρονομιά κι έτσι ζει πλουσιοπάροχα») μσν. 1. ομάδα, κατηγορία πληθυσμού 2. τμήμα στρατού 3. φρ. «κρατῶ μερίδι κάποιου» — είμαι με το
    928 bytes (70 words) - 07:37, 29 September 2017
  • περισσότερων προσώπων ή πραγμάτων σε ένα ενιαίο σύνολο νεοελλ. 1. βιολ. α) κατηγορία στην ταξινόμηση τών βιοκοινωνιών στα συστήματα μελέτης συγκεκριμένων τόπων
    2 KB (159 words) - 12:40, 29 September 2017
  • του») 2. (για λόγια) απευθύνω με παρρησία ή με αναίδεια («εξακόντισε βαριά κατηγορία») αρχ. 1. χτυπώ από απόσταση 2. ρίχνω ακόντιο 3. φεύγω γρήγορα, με ταχύτητα
    967 bytes (69 words) - 07:09, 29 September 2017
  • ύφος ποίημα 2. (κυρίως σε δικαστήριο) διαβάζω, εκφωνώ («απάγγειλε την κατηγορία») αρχ. (για αγγελιαφόρο) 1. μεταφέρω ειδήσεις ή μηνύματα, αναγγέλλω, γνωστοποιώ
    894 bytes (64 words) - 06:56, 29 September 2017
  • (Α ἀνασκευάζω) σκευάζω 1. αναιρώ, ανατρέπω επιχειρήματα ή κατηγορία αρχ. Ι. ενεργ. 1. ετοιμάζω τις αποσκευές για αναχώρηση 2. απογυμνώνω, ερημώνω, καταστρέφω
    566 bytes (42 words) - 06:23, 29 September 2017
  • (ΑΜ ὀνειδίζω) όνειδος 1. διατυπώνω προσβλητική κατηγορία εναντίον κάποιου, κατηγορώ, ψέγω 2. επιτιμώ, επιπλήττω, («ὀνειδίζετε τοῑς ἀδικοῡσιν», Λυσ.) 3
    474 bytes (33 words) - 12:09, 29 September 2017
  • αφαιρώ, απομακρύνω κάτι κακό από κάποιον, ελευθερώνω, ανακουφίζω 2. αποσύρω κατηγορία, αθωώνω II. (μέσ. κ. παθ.) απελευθερώνομαι, γλυτώνω αρχ. ενεργ. (μτβ. κ
    2 KB (117 words) - 12:20, 15 February 2019
  • υπεύθυνος 2. (κατ' επέκτ.) ένοχος, φταίχτης αρχ. 1. αυτός που βρίσκεται υπό κατηγορία, υπόλογος 2. αξιόμεμπτος, αξιοκατάκριτος («τῆς ψυχῆς ἡ ἄλογος καὶ παρὰ
    1 KB (84 words) - 12:50, 29 September 2017
  • Pherecr.84, ἐπιμελεῖσθαι αὐ. IG 22.338.17 (IV a.C.), ἄπιστος γὰρ αὐ. κατηγορία Luc.Cal.24, αὐ. ἔσχεν ὁ Ἀντίνοος POxy.2721.21 (III d.C.), αὐ. ἀπέσχεν ἡ
    5 KB (436 words) - 15:00, 9 January 2019
  • 'κανε μεγάλη αδικία» «νόμους... ἐπ' ἀδικίᾳ τῆς πόλεως τιθέασι» νεοελλ. κατηγορία για ανύπαρκτο αδίκημα. [ΕΤΥΜΟΛ. ἄδικος. ΠΑΡ. νεοελλ. αδικιάρης]. Αναζήτηση
    1 KB (73 words) - 06:33, 29 September 2017
  • αρχ. 1. γραπτή απάντηση σε γράμμα 2. απολογία κατηγορουμένου 3. έγγραφη κατηγορία, καταγγελία 4. αναίρεση, ανασκευή 5. αντίγραφο. Αναζήτηση σε: Google |
    582 bytes (43 words) - 06:55, 29 September 2017
  • πρόφαση 4. αιτία μιας αρρώστιας μσν. 1. τρόπος, δυνατότητα 2. μομφή, κατηγορία 3. αμηχανία, τρέλα αρχ. 1. (κυρίως για πολεμικές επιχειρήσεις) το μέρος
    2 KB (110 words) - 07:00, 29 September 2017
  • subs. P. κατηγορία, ἡ, κατηγόρημα, τό, P. and V. αἰτία, ἡ, αἰτίαμα, τό, ἔγκλημα, τό, V. ἐπίκλημα, τό. legal suit: P. and V. δίκη, ἡ. malicious accusation:
    395 bytes (44 words) - 14:22, 19 November 2019
  • απαλλάσσω, απολυτρώνω 3. διαλύω το στράτευμα 4. αθωώνω, απαλλάσσω από κατηγορία 5. χωρίζω, εγκαταλείπω (γυναίκα, άνδρα) 6. πληρώνω οφειλή 7. πουλώ 8. απαλλάσσω
    3 KB (198 words) - 06:57, 29 September 2017
  • «μακρύς μακρύς καλόγερος και κόκαλα δεν έχει» — ο καπνός μσν. 1. (σχετικά με κατηγορία ή κατάσταση) σοβαρός 2. (για τόπο) μακρινός, απομακρυσμένος. [ΕΤΥΜΟΛ. <
    1 KB (101 words) - 07:35, 29 September 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)