Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "κεδρία" on this wiki. See also the other search results found.

  • slang.gr | Κάτο κεδρία: Ιων. -ίη, ἡ, ρητίνη από κέδρο ή λάδι, σε Ηρόδ. κεδρία: ион. κεδρίη ἡ кедровая смола Her., Diod. κεδρία -ας, ἡ, Ion. κεδρίη
    2 KB (164 words) - 15:05, 9 January 2019
  • κεδρῶ, -όω) κέδρος νεοελλ. αλείφω σχοινί με κεδρία, πισσώνω, κατραμώνω αρχ. ταριχεύω, βαλσαμώνω με κεδρία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    281 bytes (25 words) - 06:39, 29 September 2017
  • κατράνι, το ρευστή πίσσα, προϊόν αποστάξεως ξύλων από ρητινοφόρα δένδρα, αλλ. κεδρία. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. catrame]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    323 bytes (25 words) - 07:23, 29 September 2017
  • η / ὑγρόπισσα, ΝΜΑ ρευστή πίσσα, κεδρία. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑγρός + πίσσα. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    269 bytes (18 words) - 12:49, 29 September 2017
  • ἡ,    A = κεδρία, PAmh.2.125.3 (i A.D.), Gal.12.16, al., Paul. Aeg.7.3, Alex.Trall.1.1. [Seite 1411] ἡ, v. l. für κεδρία, Medic. κεδρέα, ἡ (ΑΜ) βλ
    692 bytes (44 words) - 06:39, 29 September 2017
  • ἄλειφαρ, ὅπερ καὶ κεδρία λέγεται ὑπὸ τοῦ Ἡροδ. 2. 87· ἐν 4. 75 διὰ τὴν εὐωδίαν συνδυάζεται μετὰ τῆς κυπαρίσσου καὶ λιβάνου· πρβλ. κεδρία, κέδρος, ὁ·- Ὁ Θεόφρ
    15 KB (1,421 words) - 13:55, 3 October 2019
  • τό, as etym. of κιτρίον, Phan.Hist.35; Lat.    A cedrium, = κεδρία, Vitr.2.9.13, Plin.HN16.52; κέδριον, with v.l. κέδρινον, Hp. Nat.Mul.32. κεδρίον,
    862 bytes (51 words) - 07:23, 29 September 2017
  • η κεδρώνω η επάλειψη με κεδρία, το πίσσωμα, το κατράμωμα. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    149 bytes (19 words) - 06:40, 29 September 2017
  • ης (ἡ) : ion. c. κεδρία.
    70 bytes (5 words) - 19:52, 9 August 2017
  • κεδρία, κέδρος
    50 bytes (2 words) - 11:13, 22 August 2017
  • κεδραία, ἡ (Α) βλ. κεδρία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    81 bytes (14 words) - 07:23, 29 September 2017
  • τό, ἔλαιον τῆς κέδρου ἐξαγόμενον ἐκ τῆς ῥητίνης τῆς κέδρου, Ἀέτ., (πρβλ. κεδρία), ἢ ἐκ τῶν τῆς κέδρου μήλων ἢ κώνων, Πλίν. 15. 7, Διόσκ. 1. 106.
    876 bytes (45 words) - 10:32, 5 August 2017
  • ὥριμος καρπός, καρφεῖα… κέδρου, κατὰ τὸν Σχολιαστ. «τὰ ψήγματα δὲ τῆς κέδρου κεδρία λέγει κάρφη» Νικ. Ἀλεξιφ. 118. καρφεῑα, τὰ (Α) 1. ώριμος καρπός 2. κομμάτια
    1 KB (75 words) - 07:21, 29 September 2017
  • Diosc. – Bei Ath. III, 84 d ist κεδρίον = κιτρίον; gehol. Nic. Al. 118 erkl. κεδρία durch ψήγματα τῆς κέδρου. κέδριον: τό, = κεδρέλαιον, Λατ. cedrium, Βιτρούβ
    549 bytes (53 words) - 07:23, 29 September 2017
  • παιδίου ἐνσταζόμενος Dsc.Eup.1.35.2, εἴς τε ἐμβρώματα ὀδόντος ἐνσταγεῖσα (ἡ κεδρία) Dsc.1.77.2 (pero v. ἐνσταλάζω) •fig. cóm. τοῦτ' ἐρίῳ σοι ἐνστάζουσιν ref
    6 KB (611 words) - 12:05, 10 January 2019
  • [ῑ] οἶνος, ὁ, Wine    A flavoured with κεδρία, Dsc.5.37. [Seite 1411] οἶνος, mit der Frucht der Ceder abgezogener Wein, Diosc. κεδρίτης: οἶνος, ῑ,
    1,016 bytes (58 words) - 07:23, 29 September 2017
  •    A embalm with κεδρία, Posidon. ap. Str.4.4.5, D.S.5.29. [Seite 1411] mit Cederöl bestreichen, einbalsamiren; Posidon. bei Strab. IV, 198; D. Sic.
    1 KB (59 words) - 23:04, 31 December 2018
  • cederhars = κεδρία Look up in: Google | Wiktionary | WikiWoordenboek | Βικιλεξικό | Wikipedia | Vandale NL>EN | This site | Mijn | Glosbe | Vandale NL
    36 bytes (32 words) - 07:03, 10 January 2019
  • οἴνῳ Cyr.Al.M.71.677B, en v. pas. εἴς τε ἐμβρώματα ὀδόντος ἐνσταλαγεῖσα (ἡ κεδρία) Dsc.1.77.2 (var., v. ἐνστάζω 1), ἀμβροσία ... ἐνσταλαζομένη τῇ τοῦ Ἀχιλλέως
    3 KB (205 words) - 21:55, 9 January 2019
  • кедровая смола = κεδρία, κεδρίη Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com | Krugosvet
    54 bytes (39 words) - 12:35, 14 October 2019

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)