Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "κεχρημένος" on this wiki. See also the other search results found.

  • Authors & Works κεχρημένος: ἐνδεής, ἴδε χράω C VI. see χράομαι. κεχρημένος: φτωχός, στερημένος, μτχ. Παθ. παρακ. του χράω Γ. κεχρημένος = (see also:
    743 bytes (64 words) - 12:29, 30 December 2020
  • (gen.), ἀπολείπεσθαι (gen.), V. λείπεσθαι; (gen.). needing: use also V. κεχρημένος (gen.). need in addition: P. προσδεῖσθαι (gen.). you need not: use P.
    2 KB (196 words) - 09:25, 10 December 2020
  • δεῖσθαι; (gen.), V. χρῄζειν; (gen.), χατίζειν (gen.). wanting: use also V. κεχρημένος (gen.). want besides, P. προσδεῖσθαι (gen.). desire: P. and V. ἐπιθυμεῖν;
    2 KB (230 words) - 15:50, 10 December 2020
  • κατηγορίας, Λυσ.) 2. η αληθινή, η βαθύτερη αιτία (α. «οὔτ εὐνῆς πρόφασιν κεχρημένος οὔτε τευ ἄλλου», Ομ. Ιλ. β. «ἀληθεστάτην πρόφασιν ἀφανεστάτην δὲ λόγῳ»
    4 KB (262 words) - 13:00, 15 February 2019
  • part. χρεώμενος, perf. part. κεχρημένος, plup. κέχρητο: have use or need of; ‘according to his need,’ Il. 23.834 ; κεχρημένος, ‘desiring,’ Il. 19.262; as
    42 KB (3,826 words) - 16:55, 6 January 2021
  • wie Hes. nur im partic. κεχρημένος; auch ohne Casus, arm, dürftig, Od. 14, 155. 17, 347, Hes. O. 319. 502; ἀπορίᾳ κεχρημένος Eur. I. A. 89; c. infin.
    55 KB (5,811 words) - 12:55, 6 January 2021
  • δεδαγμ-) Pi.P.8.87; ὑπὸ τῆς σ. ἐκπεπληγμένος Hdt.3.64; συμφορῇ τοιῇδε κεχρημένος Id.1.42, cf. Antipho 3.2.8; αἱ παροῦσαι σ. S. Ph.885; ἐς (ἐπὶ codd.) συμφορὴν
    20 KB (1,808 words) - 10:10, 6 January 2021
  • needing = κεχρημένος ⇢ Look up "needing" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary | Wikipedia | Google | LSJ full text
    53 bytes (19 words) - 10:10, 23 May 2020
  • κεχρημένως (Α) επίρρ. ενδεώς. [ΕΤΥΜΟΛ. < κεχρημένος (μτχ. του παρακμ. [με σημ. ενεστ.] κέχρημαι «έχω ανάγκη από κάτι» του χρῶμαι)]. * Αναζήτηση σε: Google
    366 bytes (28 words) - 07:24, 29 September 2017
  • motive, purpose, or cause, whether alleged or not, οὔτ' εὐνῆς πρόφασιν κεχρημένος οὔτε τευ ἄλλου Il.19.262; ἐπ' αὐτομολίας προφάσει ἀπέρχονται Th.7.13;
    33 KB (3,248 words) - 22:40, 30 December 2020
  • 11, αἰ. καὶ δυσφημία Phld.Rh.1.175, Ἀρχίλοχος ... αἰσχρορρημοσύναις ... κεχρημένος Eus.PE 5.32, ποιεῖσθαι αἰσχρορρημοσύνας representar obscenidades Porph
    1 KB (88 words) - 19:50, 29 December 2020
  • Gebrauch nehmen [?] od. zu Akt. χρῆσαι, E. usw.); im Perf., bes. Ptz. κεχρημένος bedürfen, sich sehnen, verlangen (ep. poet. seit Τ 262; vgl. brauchen
    43 KB (4,463 words) - 15:40, 31 December 2020
  • . τίθεσθαι Hes.Op.689 •medios de vida gener. πλωίζεσκ' ἐν νηυσί, βίου κεχρημένος ἐσθλοῦ Hes.Op.634, βίου χρήμῃ πλανᾶται Archil.207.5, ἀσθενείη βίου Hdt
    50 KB (5,296 words) - 12:58, 6 January 2021
  • дор. κομῐδά ἡ 1) забота, уход (τὴν κομιδὴν ἀποτίνειν τινί Hom.): κομιδῆς κεχρημένος Hom. получающий заботливый уход; 2) питание, продовольственные запасы
    14 KB (1,273 words) - 12:50, 30 December 2020
  • hablar el dialecto ático Phryn.PS 19, en v. pas. ἐξηττικισμέναις λέξεσι κεχρημένος Phot.Bibl.86a15. (AM ἐξαττικίζω) αττικίζω (για τύπους λέξεων, τρόπους
    1 KB (110 words) - 08:40, 1 January 2021
  • ὡς Φερεκράτ. ἐν «Μεταλλεῦσι» 2· «θάμνος ἐστὶ ξυλώδης, ἀκάνθαις πολλαῖς κεχρημένος... ᾧ χρῶνται οἱ μυρεψοὶ εἰς τὰς τῶν μύρων στύψεις. Ἔστι δὲ καλὸς ὁ βαρὺς
    8 KB (744 words) - 23:15, 31 December 2020
  • αρχαία Ρώμη («πίλεον ἔχων... καὶ καλικίους καὶ καθόλου τοιαύτῃ διασκευῇ κεχρημένος οἵαν ἔχουσιν oἱ προσφάτως ἠλευθερωμένοι παρὰ Ῥωμαίοις», Πολ.). [ΕΤΥΜΟΛ
    2 KB (133 words) - 18:45, 30 December 2020
  • ἰσοδύναμος τῷ τύμμα, «τυμμαῖς, πληγαῖς· καὶ εἴπου τις εὑρεθείη τῷ ὁπωσοῦν ὅρκῳ κεχρημένος, τυμμαῖς οὐ ταῖς τυχούσαις ἐβάλλετο» Ἀνώνυμ. παρὰ Σουΐδ. ἐν λέξ. τυμμαῖς
    868 bytes (72 words) - 12:44, 29 September 2017
  • κέχρημαι α) (με σημ. ενεστ.) i) χρειάζομαι κάτι ii) ποθώ κάτι («οὔτ' εὐνῆς... κεχρημένος», Ομ. Ιλ.) β) (με σημ. επιτ. ενεστ.) είμαι κάτοχος ενός πράγματος, έχω
    8 KB (620 words) - 14:25, 14 January 2019