Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "κεχρημένος" on this wiki. See also the other search results found.

  •    A needy, v. χράω C.VI. κεχρημένος: ἐνδεής, ἴδε χράω C VI. see χράομαι. κεχρημένος: φτωχός, στερημένος, μτχ. Παθ. παρακ. του χράω Γ.
    683 bytes (23 words) - 20:16, 30 December 2018
  • (gen.), ἀπολείπεσθαι (gen.), V. λείπεσθαι (gen.). needing: use also V. κεχρημένος (gen.). need in addition: P. προσδεῖσθαι (gen.). you need not: use P.
    1 KB (199 words) - 10:12, 18 September 2019
  • δεῖσθαι (gen.), V. χρῄζειν (gen.), χατίζειν (gen.). wanting: use also V. κεχρημένος (gen.). want besides, P. προσδεῖσθαι (gen.). desire: P. and V. ἐπιθυμεῖν
    2 KB (231 words) - 10:10, 18 September 2019
  • κατηγορίας, Λυσ.) 2. η αληθινή, η βαθύτερη αιτία (α. «οὔτ εὐνῆς πρόφασιν κεχρημένος οὔτε τευ ἄλλου», Ομ. Ιλ. β. «ἀληθεστάτην πρόφασιν ἀφανεστάτην δὲ λόγῳ»
    4 KB (262 words) - 13:00, 15 February 2019
  • part. χρεώμενος, perf. part. κεχρημένος, plup. κέχρητο: have use or need of; ‘according to his need,’ Il. 23.834 ; κεχρημένος, ‘desiring,’ Il. 19.262; as
    44 KB (3,809 words) - 14:40, 3 October 2019
  • wie Hes. nur im partic. κεχρημένος; auch ohne Casus, arm, dürftig, Od. 14, 155. 17, 347, Hes. O. 319. 502; ἀπορίᾳ κεχρημένος Eur. I. A. 89; c. infin.
    56 KB (5,798 words) - 14:40, 3 October 2019
  • δεδαγμ-) Pi.P.8.87; ὑπὸ τῆς σ. ἐκπεπληγμένος Hdt.3.64; συμφορῇ τοιῇδε κεχρημένος Id.1.42, cf. Antipho 3.2.8; αἱ παροῦσαι σ. S. Ph.885; ἐς (ἐπὶ codd.) συμφορὴν
    20 KB (1,752 words) - 10:15, 27 September 2019
  • κεχρημένως (Α) επίρρ. ενδεώς. [ΕΤΥΜΟΛ. < κεχρημένος (μτχ. του παρακμ. [με σημ. ενεστ.] κέχρημαι «έχω ανάγκη από κάτι» του χρῶμαι)]. Αναζήτηση σε: Google
    366 bytes (28 words) - 07:24, 29 September 2017
  • motive, purpose, or cause, whether alleged or not, οὔτ' εὐνῆς πρόφασιν κεχρημένος οὔτε τευ ἄλλου Il.19.262; ἐπ' αὐτομολίας προφάσει ἀπέρχονται Th.7.13;
    34 KB (3,210 words) - 14:22, 3 October 2019
  • 11, αἰ. καὶ δυσφημία Phld.Rh.1.175, Ἀρχίλοχος ... αἰσχρορρημοσύναις ... κεχρημένος Eus.PE 5.32, ποιεῖσθαι αἰσχρορρημοσύνας representar obscenidades Porph
    1 KB (77 words) - 15:36, 31 December 2018
  • Gebrauch nehmen [?] od. zu Akt. χρῆσαι, E. usw.); im Perf., bes. Ptz. κεχρημένος bedürfen, sich sehnen, verlangen (ep. poet. seit Τ 262; vgl. brauchen
    43 KB (4,419 words) - 14:40, 3 October 2019
  • hablar el dialecto ático Phryn.PS 19, en v. pas. ἐξηττικισμέναις λέξεσι κεχρημένος Phot.Bibl.86a15. Source: ἐξαττικίζω (AM ἐξαττικίζω) αττικίζω (για τύπους
    1 KB (99 words) - 07:09, 29 September 2017
  • . τίθεσθαι Hes.Op.689 •medios de vida gener. πλωίζεσκ' ἐν νηυσί, βίου κεχρημένος ἐσθλοῦ Hes.Op.634, βίου χρήμῃ πλανᾶται Archil.207.5, ἀσθενείη βίου Hdt
    51 KB (5,249 words) - 13:15, 3 October 2019
  • дор. κομῐδά ἡ 1) забота, уход (τὴν κομιδὴν ἀποτίνειν τινί Hom.): κομιδῆς κεχρημένος Hom. получающий заботливый уход; 2) питание, продовольственные запасы
    14 KB (1,232 words) - 12:05, 26 February 2019
  • ὡς Φερεκράτ. ἐν «Μεταλλεῦσι» 2· «θάμνος ἐστὶ ξυλώδης, ἀκάνθαις πολλαῖς κεχρημένος... ᾧ χρῶνται οἱ μυρεψοὶ εἰς τὰς τῶν μύρων στύψεις. Ἔστι δὲ καλὸς ὁ βαρὺς
    8 KB (733 words) - 14:20, 2 October 2019
  • αρχαία Ρώμη («πίλεον ἔχων... καὶ καλικίους καὶ καθόλου τοιαύτῃ διασκευῇ κεχρημένος οἵαν ἔχουσιν oἱ προσφάτως ἠλευθερωμένοι παρὰ Ῥωμαίοις», Πολ.). [ΕΤΥΜΟΛ
    2 KB (120 words) - 09:28, 31 December 2018
  • ἰσοδύναμος τῷ τύμμα, «τυμμαῖς, πληγαῖς· καὶ εἴπου τις εὑρεθείη τῷ ὁπωσοῦν ὅρκῳ κεχρημένος, τυμμαῖς οὐ ταῖς τυχούσαις ἐβάλλετο» Ἀνώνυμ. παρὰ Σουΐδ. ἐν λέξ. τυμμαῖς
    868 bytes (59 words) - 12:44, 29 September 2017
  • κέχρημαι α) (με σημ. ενεστ.) i) χρειάζομαι κάτι ii) ποθώ κάτι («οὔτ' εὐνῆς... κεχρημένος», Ομ. Ιλ.) β) (με σημ. επιτ. ενεστ.) είμαι κάτοχος ενός πράγματος, έχω
    8 KB (620 words) - 14:25, 14 January 2019