Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "κλής" on this wiki. See also the other search results found.

  • Full diacritics: κλής Medium diacritics: κλής Low diacritics: κλης Capitals: ΚΛΗΣ Transliteration A: klḗs Transliteration B: klēs Transliteration
    420 bytes (26 words) - 06:39, 29 September 2017
  • ναρκομανής. [ΕΤΥΜΟΛ. < χασίς / χασίσι + κατάλ. -κλής (πρβλ. θερια-κλής, μερα-κλής), μέσω ενός τ. χασισι-κλής, με απλολογία]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    546 bytes (38 words) - 12:50, 29 September 2017
  • αυτός που του αρέσουν οι μεζέδες. [ΕΤΥΜΟΛ. μεζές + κατάλ. -κλής (πρβλ. θερια-κλής, χασι-κλής]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    334 bytes (27 words) - 07:36, 29 September 2017
  • κλῄς, -ηδός, ἡ (Α) (αρχ. αττ. τ. του κλείς) βλ. κλείδα. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    131 bytes (20 words) - 07:24, 29 September 2017
  • αποτελεί α' συνθετικό ανθρωπωνυμίων, όπως Θεμιστο-κλής, Θεμιστό-δωρος (πρβλ. άριστος στα Αριστο-κλής, Αριστο-μένης). ΣΥΝΘ. (Α' συνθετικό) αρχ. θεμερόφρων
    2 KB (133 words) - 21:42, 31 December 2018
  • Κλεο-πάτρα κ.λπ. Ως β' συνθετικό κύριων ονομάτων απαντά με τη μορφή -κλέFης > -κλής (πρβλ. κυπρ. Τιμο-κλέFης, Περικλής κ.λπ.). Ήδη στη Μυκηναϊκή μαρτυρούνται
    34 KB (3,216 words) - 13:55, 3 October 2019
  • θέμις, κατά τα χάρις > αχάριστος), και από τα ανθρωπωνύμια, όπως το Θεμιστο-κλής, τών οποίων το α' συνθετικό θεωρείται από τους υποστηρικτές της απόψεως αυτής
    47 KB (4,426 words) - 14:50, 2 October 2019
  • σύνολο τών ανθρώπων. Συνθ. με α' συνθετικό τη λ. είναι τα ανθρωπωνύμια Κοσμο-κλής, και Κοσμό-πολις και παρ. της λ. είναι τα ανθρωπωνύμια Κοσμάς και Κοσμίας
    69 KB (7,312 words) - 13:50, 3 October 2019
  • μόριο εμφανίζεται και με τη μορφή λαι(σ)- κυρίως σε ανθρωπωνύμια (πρβλ. Λαι-κλῆς, Λαί-στρατος). Για τη σχέση μεταξύ λαι- και λα- πρβλ. ἰθαγενής: ἰθαι-γενής
    2 KB (164 words) - 15:20, 2 October 2019
  • Dialectal forms: Myc. E-ra Compounds: As 1. member e. g. in `Ηρα-κλέης, -κλῆς (Il.; on the explanation Kretschmer Glotta 8, 121ff.) with `Ηρακληείη (βίη;
    8 KB (819 words) - 14:50, 2 October 2019
  • [ᾰ, long by position in Ep. and E., as Heracl. 123.] Ἡρακλέης: συνῃρ. -κλῆς, ὁ, τὸ πρῶτον παρ’ Ἐπικοῖς, Πίνδ., Ἡρόδ. καὶ Εὐρ. Ἡρακλ. 210, Ἴωνι 1144,
    26 KB (2,562 words) - 06:03, 13 December 2019
  • Trümpy 52ff.). - Also δωρι- in PN, e. g. in Δωρί-μαχος (Dor., Boeot.), Δωρι-κλῆς (Arc., Dor.); also ἀσχέ-δωρος, s. v. From -δορϜ-ος is possible for Doric
    36 KB (3,324 words) - 14:35, 2 October 2019
  • close-set, crowded, f. θαμειαί (Hom.; accent, Schwyzer 385); cf. also Θαμυ-κλῆς PN (Bechtel Hist. Personennamen 197). Comp. θαμύντεραι πυκνότεραι H. (cf
    9 KB (872 words) - 14:50, 2 October 2019
  • σχηματιστεί μεγάλος αριθμός ανθρωπωνυμίων (πρβλ. Τέρπ-ανδρος, Τερψι-χόρη, Τερψι-κλῆς, Πολύ-τερπος, Εὐ-τέρπη, Τέρπης, Τερπώ, Τερψίων)]. Αναζήτηση σε: Google |
    33 KB (2,840 words) - 10:30, 20 January 2019
  • able, shrewd, wise (Hes. Fr. 193). Compounds: As 1st member a. o. in Σοφο-κλῆς; very often as 2nd member, e. g. φιλό-σοφος friend of a σοφόν, who loves
    41 KB (3,909 words) - 14:25, 3 October 2019
  • απαντά ως α' συνθετικό σε αρχαϊκά ανθρωπωνύμια με τη μορφή Πατρο- (πρβλ. Πατρο-κλῆς, Πάτρο-κλος, Πάτρ-ιππος), καθώς και ως β' συνθετικό με τις μορφές -πάτρα
    58 KB (6,220 words) - 14:10, 3 October 2019
  • Aet. 3, 30). Compounds: Comp. λιρ-όφθαλμος with lewd eyes (Suid.), Λιρο-κλῆς PN (Ion. inscr.). Derivatives: λιραίνει ἀναιδεύεται H. Origin: XX [etym.
    3 KB (275 words) - 15:15, 2 October 2019
  • ἑκη-βόλος and Apollons epithet Ε῝κατος (Il.) (cf. z. B. Ἴφι-τος for Ίφι-κράτης, -κλῆς a. o.). (Wrong Bechtel Lex. s. v.) - After v. Wilamowitz Glaube 1, 325 Ε῝κατος
    6 KB (578 words) - 13:50, 2 October 2019
  • VIIa), ἘτέϜ-ανδρος (Kypros VIIa), cf. Sommer Nominalkomp. 185 and 199; Ἐτεο-κλῆς (Tegea etc.; rendered in Hitt. Tau̯ag(a)lau̯aš; cf. Schwyzer 79); also ἐτεό-κριθος
    14 KB (1,382 words) - 14:45, 2 October 2019
  • Ἐτοκλέης: συνηρ -κλῆς, ὁ: ποιητ αιτ. Ἐτεοκλέα (ἀντὶ κλέεα) Αἰσχυλ. Θήβ. 1007· κλητ. Ἐτεόκλεες, αὐτόθι 39· (ἐτεός, κλέος).
    248 bytes (18 words) - 10:12, 5 August 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)