Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "κλαυσίγελως" on this wiki. See also the other search results found.

  • γέλως. ο (Α κλαυσίγελως, -έλωτος) 1. γέλιο ανάμικτο με κλάματα, κλάμα από χαρά, το να κλαίει και να γελά κάποιος ταυτόχρονα («κλαυσίγελως εἶχε πάντας»
    3 KB (223 words) - 12:34, 5 November 2019
  • κανείς ταυτόχρονα. [ΕΤΥΜΟΛ. < δάκρυ + γέλως. Για τον σχηματισμό πρβλ. κλαυσίγελως. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    375 bytes (27 words) - 07:02, 29 September 2017
  • νεοελλ. κλάψιμο νεοελλ. κλαμός, κλα(ψ)ούρα, κλάψα. ΣΥΝΘ. (Α' συνθετικό) κλαυσίγελως αρχ. κλαιωμιλία, κλαυσίδειπνος, κλαυσίμαχος νεοελλ. κλαψοπαναγιά, κλαψοπούλι
    38 KB (3,735 words) - 18:25, 7 July 2020
  • βουρκωμένος, σε Όμηρ.· δακρυόεν γελάσαι, ως επίρρ., γελώ μέσα από τα δάκρυα, κλαυσίγελως (ανακατεμένο γέλιο και κλάμα), σε Ομήρ. Ιλ. 2. λέγεται για πράγματα, κάτι
    7 KB (655 words) - 13:25, 30 June 2020
  • γελωτοκάρηνος, γελωτολόγος, γελωτουργός νεοελλ. γελωτομανής. (Β' συνθετικό) κλαυσίγελως αρχ. αισχρόγελως, ακαιρόγελως, αχρειόγελως, διάγελως, εγερσίγελως, έκγελως
    26 KB (2,601 words) - 22:15, 7 July 2020
  • ὅπως ἐφαρμοσθῇ εἴς τινα περίστασιν ῥητὸν ἀλλαχόθεν εἰλημμένον, τῷ ὄντι κλαυσίγελως, πράγματι κλαυσίγ. (ἐκ τῆς Ἰλ. Ζ. 484), Ξεν. Ἑλλ. 7. 2, 9, πρβλ. Stallb
    32 KB (3,138 words) - 10:07, 5 August 2017
  • смех сквозь слезы = κλαυσίγελως Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com | Krugosvet
    46 bytes (39 words) - 20:50, 14 October 2019
  • het huilen en lachen tegelijk = κλαυσίγελως Look up in: Google | Wiktionary | WikiWoordenboek | Βικιλεξικό | Wikipedia | Vandale NL>EN | This site |
    46 bytes (36 words) - 08:35, 10 January 2019
  • Pl.Prt.328d, etc.; to apply a quotation to a case in point, τῷ ὄντι κλαυσίγελως real 'smiles through tears' (with allusion to Il.6.484), X.HG7.2.9, cf
    226 KB (29,861 words) - 14:43, 14 July 2020