Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "κληρικός" on this wiki. See also the other search results found.

  • Geistlichkeit gehörig, K. S. κληρικός: -ή, -όν, ἀνήκων ἢ ἁρμόζων εἰς κληρονομίαν, λόγοι Ἁρποκρ. ΙΙ. ἀνήκων εἰς τὸν κλῆρον, Ἐκκλ.· κληρικός, ὁ, ἱερωμένος, Συλλ.
    3 KB (198 words) - 15:45, 1 January 2021
  • ο (AM ἀρχιερεύς) μσν.- νεοελλ. ανώτατος κληρικός (επίσκοπος, μητροπολίτης, αρχιεπίσκοπος, πατριάρχης) αρχ. 1. ο ανώτατος ιερέας των Ιουδαίων 2. (στην αρχαία
    565 bytes (43 words) - 06:58, 29 September 2017
  • και δωρ. τ. ἱαρεύς, ιων. τ. ἱρεύς, αρκαδ. τ. ἱαρής) 1. ο πρεσβύτερος, ο κληρικός ο οποίος τελεί τα μυστήρια και τις λοιπές ιεροπραξίες εκτός από εκείνες
    1 KB (116 words) - 07:18, 29 September 2017
  • ό,τι σχετίζεται με αυτήν 3. το αρσ. ως ουσ. ὁ ἐκκλησιαστικός ιερωμένος, κληρικός μσν.- νεοελλ. θεοφοβούμενος αρχ. αυτός που ανήκει ή αρμόζει στη συνέλευση
    1 KB (86 words) - 14:15, 14 January 2019
  • Pfäffin; Gothic: 𐍀𐌰𐍀𐌰, 𐌲𐌿𐌳𐌾𐌰, 𐍅𐌴𐌹𐌷𐌰; Greek: ιερέας, ιερωμένος, κληρικός, παπάς, εφημέριος, πρεσβύτερος, πρωτοπρεσβύτερος; Ancient Greek: ἱερεύς;
    5 KB (505 words) - 14:33, 10 April 2021
  • claur) έχει την ίδια ρίζα με τους τ. κλήμα, λατ. clādes (βλ. κλω). ΠΑΡ. κληρικός, κληρώνω, κληρώ αρχ. κληρίον. ΣΥΝΘ. (Α' συνθετικό) κληροδότης, κληρονόμος
    5 KB (317 words) - 12:35, 15 February 2019
  • ο, Ν μουσουλμάνος κληρικός. [ΕΤΥΜΟΛ. < τουρκ. hoca]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    202 bytes (16 words) - 12:48, 29 September 2017
  • είναι για σένα») 2. είμαι κατάλληλος για κάτι («είναι για αξιωματικός, για κληρικός κ.λπ.») 3. είμαι έτοιμος για κάτι («είμαι για να γράψω» «είμαι για ταξίδι»)
    20 KB (1,553 words) - 08:40, 27 March 2021
  • · συνάδελφος ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, Θεοδοτ. Παλ. Διαθ. Ἐκκλ. ο, ΝΜΑ νεοελλ. κληρικός που τελεί τη Θεία Λειτουργία μαζί με άλλους κληρικούς μσν.-αρχ. αυτός που
    2 KB (121 words) - 12:36, 29 September 2017
  • 4(5); of a place, opp. holy, Sm., Thd.Ez.48.15. II as Subst., layman, opp. κληρικός, Cod.Just.1.1.3.2, 1.3.38.2, Just.Nov.6.5. * Abbreviations: ALL | General
    7 KB (572 words) - 14:20, 5 April 2021
  • συλλειτουργῶ, -έω, ΝΜΑ νεοελλ.-μσν. λειτουργώ ως κληρικός μαζί με άλλον ή άλλους κληρικούς αρχ. εκτελώ δημόσια υπηρεσία μαζί με άλλο. [ΕΤΥΜΟΛ. < συν- +
    999 bytes (66 words) - 12:36, 29 September 2017
  • κανόνικος και κανόνεγος και κανόνικας, ὁ (Μ) ιερωμένος, κληρικός. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. λατ. canonicus < αρχ. ελλ. κανονικός. * Αναζήτηση σε:
    365 bytes (27 words) - 06:39, 29 September 2017
  • ἐκκλησίας, Βασίλ. IV. 664C.V. ὡς οὐσιαστ., α) λογιστής, Κλεομήδ. 96, 31. β) κληρικός, ἐν τῷ πληθ., Βασίλ. ΙΙΙ. 1318Β, Κύριλλ. Ἱερ. Προκατ. 4. γ) κανονική, (ἐξυπ
    10 KB (852 words) - 14:35, 5 April 2021
  • λειτουργία στην οποία χοροστατεί αρχιερέας β) «αρχιερατικός επίτροπος» — κληρικός εξουσιοδοτημένος από τον μητροπολίτη της περιφέρειας να ασκεί ορισμένα
    921 bytes (71 words) - 06:25, 29 September 2017
  • δεν έχει αρχηγό, ομάδα που δεν έχει κάποιον επικεφαλής» «ακέφαλο κόμμα», κληρικός που δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία επισκόπου1 μσν. «αἵρεσις ἀκέφαλος» — αίρεση
    2 KB (162 words) - 18:10, 25 March 2021
  • ο 1. ερμάρι όπου φυλάσσονται βιβλία ή χειρόγραφα 2. κληρικός ή μοναχός υπεύθυνος για τη φύλαξη βιβλίων. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    246 bytes (26 words) - 07:00, 29 September 2017
  • ὁ, Μ κληρικός αυτός που μετέχει μαζί με άλλον σε εκκλησιαστική διακονία. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr
    333 bytes (42 words) - 12:35, 29 September 2017
  • ως τιμητική διάκριση σε εξέχοντες μητροπολίτες ή αρχιεπισκόπους 3. απλός κληρικός αξιωματούχος του πατριαρχείου με ειδική αποστολή μσν. 1. επόπτης, επιθεωρητής
    2 KB (132 words) - 06:37, 29 September 2017
  • Μεγάλη Πέμπτη και κατά την οποία ο πατριάρχης, ο ηγούμενος ή ένας ανώτερος κληρικός πλένει τα πόδια δώδεκα κληρικών μιμούμενος την ανάλογη πράξη του Ιησού
    2 KB (146 words) - 12:03, 29 September 2017
  • αναφέρεται στον πάγο, δηλ. στην κώμη, πολίτης, πολιτικός 2. λαϊκός, κοσμικός, μη κληρικός 3. ιδιώτης, ανεπίσημος. [ΕΤΥΜΟΛ. < λατ. paganicus < pagus «χωριό, κώμη»
    1 KB (87 words) - 18:45, 30 December 2020

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)