Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "κνάφος" on this wiki. See also the other search results found.

  • κνάω, κναφεύω. κνάφος, ὁ (Α) βλ. γνάφος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο κνάφος: ὁ (κνάω), I. ακανθώδες
    3 KB (257 words) - 13:15, 9 January 2019
  • και γναφιάς, ο (AM γναφεύς, Α και κναφεύς) κνάφος 1. αυτός που κατεργάζεται δέρματα, ο βυρσοδέψης 2. αυτός που κατεργάζεται μαλλί αρχ. ονομασία ψαριού
    352 bytes (33 words) - 07:02, 29 September 2017
  • réc. c. κνάφος. γνάφος και κνάφος, ο (Α) κνάπτω 1. το αγκαθωτό φυτό δίψακος ο γναφευτικός 2. χτένι τών μαλλιών, χτένι χρήσιμο για κατεργασία ερίων 3
    454 bytes (40 words) - 07:02, 29 September 2017
  • ap. D.L.4.10.    2 of torture, ἐπ' ἀσπαλάθων κνάπτοντες Pl.R.616a (cf. κνάφος 11): generally, mangle, tear, μάστιγι Cratin. 275:—Pass., δίνᾳ κναπτόμενοι
    13 KB (1,221 words) - 15:10, 2 October 2019
  • τη ρίζα του κνῶ. Η κατάλ. -φη πιθ. κατά το ακαλήφη ή επηρεασμένη από το κνάφος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    3 KB (251 words) - 15:05, 2 October 2019
  • κνάφαλλον: [ᾰ], τό, βλ. κνέφαλλον. κνάφαλλον -ου, τό, Aeol. γνόφαλλον [κνάφος] vlokje wol; uitbr. kussen:. μόλθακον... γνόφαλλον zacht kussen Alc. 338
    829 bytes (45 words) - 07:20, 1 January 2019
  • later γνᾰφ-, ή, όν,    A = κναφευτικός, Dsc.4.160, Suid. s.v. κνάφος; γνᾰφική (sc. ἐργασία), ἡ, fuller's trade, PLond.2.286 (i A.D.). [Seite 1459] =
    919 bytes (57 words) - 06:40, 29 September 2017
  • ρούχων, μεταποιητής ενδυμάτων, σε Ηρόδ., Αριστοφ. κναφεύς -έως, ὁ, ἡ [κνάφος] voller (wolbewerker). κνᾰφεύς: и γνᾰφεύς, έως ὁ валяльщик, сукновал Her
    4 KB (275 words) - 02:58, 10 January 2019
  • «περσικοί τάπητες» + -γναφος (< γνάπτω «κατεργάζομαι δέρματα», κατ' επίδραση του κνάφος), πρβλ. πρωτό-γναφος]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    1 KB (43 words) - 06:15, 29 September 2017
  • separate, AP6.247 (Phil.); κναφικὸς κ. comb for carding wool, Tim.Lex.s.v. κνάφος.    2 rake, AP6.297.5 (Phan.), Ph.Bel.100.10 (pl.).    3 horn of the lyre
    14 KB (1,217 words) - 15:06, 2 October 2019
  • < πρωτ(ο)- + -γναφος (< γνάπτω «κατεργάζομαι δέρματα» κατ' επίδραση του κνάφος), πρβλ. ά-γναφος, επί-γναφος]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη |
    1 KB (53 words) - 12:24, 29 September 2017
  • wolkam = κνάφος Look up in: Google | Wiktionary | WikiWoordenboek | Βικιλεξικό | Wikipedia | Vandale NL>EN | This site | Mijn | Glosbe | Vandale NL |
    36 bytes (32 words) - 13:45, 10 January 2019
  • чесалка = τρίβολος, κνάφος, γνάφος Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com | Krugosvet
    76 bytes (39 words) - 12:24, 14 October 2019
  • чесальный гребень = κνάφος, γνάφος Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com | Krugosvet
    54 bytes (39 words) - 23:10, 13 October 2019