Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "κοίτη" on this wiki. See also the other search results found.

  • Prayer of Manasseh , κοίτη σπέρματος, κοίτη εἰς σπερματισμόν); on these phrases cf. Fritzsche, Commentary on Romans 2, p. 291f. η (AM κοίτη) 1. το μέρος όπου
    18 KB (1,637 words) - 13:50, 3 October 2019
  • ξεκούραση. [ΕΤΥΜΟΛ. < κοίτη. Η νεοελλ. σημ. «παρατηρώ, βλέπω» οφείλεται στην έννοια της επαγρύπνησης ενός φρουρού ή φύλακα που είχε την κοίτη του κοντά στο πράγμα
    7 KB (524 words) - 03:05, 10 January 2019
  • [Seite 22] das Lager auf dem Felde, Nic. Th. 78.
    122 bytes (10 words) - 18:55, 2 August 2017
  • subs. P. and V. κοίτη, ἡ (Plat.), κλίνη, ἡ, στρωμνή, ἡ, V. λέκτρον, τό, or pl., δέμνιον, τό, or pl., Ar. and V. λέχος, τό, or pl., εὐνή, ἡ (also used in
    1 KB (198 words) - 17:05, 9 January 2019
  • απ' έξω, υπερχειλίζω 2. (για ποταμούς ή για λίμνες) ανεβαίνω πάνω από την κοίτη, ξεπερνώ την κανονική στάθμη του νερού, πλημμυρίζω 3. μτφ. (για ψυχικές καταστάσεις)
    833 bytes (68 words) - 12:06, 29 September 2017
  • «ἐκτρέψασα τοῦ ποταμοῡ τὸ ῥέεθρον», Ηρόδ.) 2. η κοίτη του ποταμού, η ροή του ποταμού μέσα στην κοίτη («ὅταν διαβατὸν τὸ ῥέεθρον ἴδωνται γενόμενον», Ηρόδ
    1 KB (99 words) - 13:00, 15 February 2019
  • ο (AM ἀρσενοκοίτης) ο σοδομίτης. [ΕΤΥΜΟΛ. < άρσην, -ενος + -κοίτης < κοίτη, κοίτος «κρεβάτι»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    365 bytes (21 words) - 06:26, 29 September 2017
  • το, Ν 1. το ρεύμα, η κοίτη χειμάρρου 2. χαράδρα, ρεματιά 3. φρ. α) «τον πήρε το ρέμα» — καταστράφηκε οικονομικά ή ηθικά β) «εμπρός γκρεμός και πίσω ρέμα»
    645 bytes (50 words) - 12:26, 29 September 2017
  • ῶνος (ὁ) : chambre à coucher. Étymologie: κοίτη. from κοίτη; a bedroom: + chamberlain. κοιτῶνος, ὁ (from κοίτη; cf. νυμφών etc.), a sleeping room, bed-chamber:
    4 KB (357 words) - 13:55, 3 October 2019
  • Étymologie: ἀ- cop., κοίτη. (κοίτη): husband, consort, spouse. ἀκοίτης, ο (θηλ. ἄκοιτις, -ιος) (Α) αυτός που έχει την ίδια κοίτη, το ίδιο κρεβάτι με
    3 KB (232 words) - 14:00, 2 October 2019
  • κλίνη μαζί με κάποιον άλλο, ο συγκοιμώμενος, ο σύζυγος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ομ(ο)- + κοίτη «κρεβάτι»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    426 bytes (31 words) - 12:09, 29 September 2017
  • βράχων, που απαντώνται στους γιαλούς, στον βυθό θάλασσας ή λίμνης, στην κοίτη ή στις εκβολές ποταμού ή που καλύπτουν εκτάσεις ξηράς στις ερήμους μσν.-
    4 KB (253 words) - 15:12, 15 January 2019
  • κοιτῶνα» — ο θαλαμηπόλος β) «ἐν κοιτῶνι ἐστί» — είναι παιδί. [ΕΤΥΜΟΛ. < κοίτη + επίθημα -ών / ῶνος, χαρακτηριστικό ονομάτων που δηλώνουν τόπο (πρβλ. γυναικ-ών
    996 bytes (68 words) - 12:38, 15 February 2019
  • Wikipedia | Google | LSJ full text search nest = γενεά, καλιά, κατασκήνωσις, κοίτη, σκήνημα Look up in: Google | Wiktionary | WikiWoordenboek | Βικιλεξικό
    439 bytes (79 words) - 10:25, 10 January 2019
  • Ν πλημμυρίς 1. (για ποταμό) ανεβαίνει η στάθμη μου και βγαίνω από την κοίτη μου, ξεχειλίζω («πλημμύρισε ο Σπερχειός») 2. (για χώρο, τόπο, περιοχή) κατακλύζομαι
    1 KB (87 words) - 12:18, 29 September 2017
  • η, Ν χαράδρα, κοίτη χειμάρρου. [ΕΤΥΜΟΛ. < ρέμα, -ατός + κατάλ. -ιά (πρβλ. ποταμ-ιά)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    319 bytes (22 words) - 12:26, 29 September 2017
  • εμφανίζεται σε πολλά παράγωγα της λέξης (πρβλ. κοίτος, κοίτη, κοιμάμαι). ΠΑΡ. κειμήλιον, κοιμώ, κοίτη αρχ. κοίτος. ΣΥΝΘ. αντίκειμαι, απόκειμαι, διάκειμαι
    8 KB (477 words) - 07:23, 29 September 2017
  • χωρίς σύντροφο, άγαμος, ανύμφευτος· κοίτη, σε Λουκ. ἄζῠγος: холостой, одинокий (κοίτη Luc.). = ἄζυξ unwedded, κοίτη Luc. ἄζυγος -ον [ἀ-, ζυγόν ongetrouwd
    3 KB (211 words) - 05:50, 10 January 2019
  • αυλάκι, διώρυγα». Τέλος κατ’ άλλους η λ. πιθ. να συνδέεται με το αλβ. ame «κοίτη ποταμού» και τα ονόματα τών ποταμών Amana, Amantra κ.λπ. ΠΑΡ. αρχ. ἀμαρεύω
    2 KB (121 words) - 10:20, 23 December 2018
  • η (Α κοιτίς, -ίδος) κοίτη νεοελλ.] 1. λίκνο, κούνια, κρεβατάκι 2. μτφ. ο τόπος γέννησης, η πατρίδα 3. μτφ. ο τόπος όπου για πρώτη φορά καλλιεργήθηκε κάτι
    684 bytes (56 words) - 06:41, 29 September 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)