Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "κρήδεμνον" on this wiki. See also the other search results found.

  • cf. Od.13.388, h.Cer.151, B.Fr.16.7; πέτρινα κ. E.Tr.508: sg., Θήβης κρήδεμνον Hes.Sc.105.    2 cover, lid of a wine-jar, Od.3.392. Abbreviations: ALL
    11 KB (1,065 words) - 18:37, 7 July 2020
  • Corpora | Wiktionary | Wikipedia | Google | LSJ full text search stop = κρήδεμνον, παύω Look up in: Google | Wiktionary | WikiWoordenboek | Βικιλεξικό
    4 KB (297 words) - 08:49, 20 May 2020
  • charivari, W.-Hofmann 1, 854; on καραδοκέω s. v. Cf. κράσπεδον, κρησφύγετον, κρήδεμνον. - Other forms: A. recent analogical formations to κάρα, κάρη: dat. τῳ̃
    30 KB (2,984 words) - 17:55, 7 July 2020
  • (δωρ. τ.) βλ. κρήδεμνον. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο κράδεμνον, τό Dor. voor κρήδεμνον. κράδεμνον:
    280 bytes (26 words) - 23:12, 31 December 2018
  • all belonging to the gods, αἷμα Il.5.339; ἵπποι 16.381; τεύχεα 17.194, κρήδεμνον Od.5.347; ἱστός 10.222; νύξ 11.330:—also Pythag., = five, Theol.Ar.32.
    9 KB (924 words) - 15:25, 8 July 2020
  • που έχει τα ιστία αναπεπταμένα, τα πανιά ανοιχτά. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἰθύς (Ι) + κρήδεμνον «κάλυμμα»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    387 bytes (28 words) - 07:18, 29 September 2017
  • ἔχων καλὸν κρήδεμνον, ὡραῖον κάλυμμα κεφαλῆς, ἄλοχος Ὀδ. Δ. 623. ος, ον : aux belles bandelettes. Étymologie: καλός, κρήδεμνον. (κρήδεμνον): with beautiful
    2 KB (134 words) - 11:45, 9 January 2019
  • κρηδέμνῳ, φορῶν τὸ κρήδεμνον, Ἐπιστ. Αὐσων. 12. 13. κρηδεμνόκομος, -ον (Α) αυτός που φορά κρήδεμνο. [ΕΤΥΜΟΛ. < κρήδεμνον + -κομος (< κόμη), πρβλ. δαφνό-κομος
    1 KB (53 words) - 18:45, 7 July 2020
  • Adj. of doubtful meaning and derivation, perh.    A newly made, χιτών, κρήδεμνον, Il.2.43, 14.185; φᾶρος h.Ap. 122; καλύβαι A.R.1.775. Abbreviations: ALL
    4 KB (400 words) - 09:50, 8 July 2020
  • Κόραννος βασιλεὺς Μακεδονίας (unclear; prob. appellat.), κάραννος κεκρύφαλος, κρήδεμνον (Aeol.); καρανώ την αἶγα. Κρῆτες H.; on the formation Solmsen Wortforsch
    3 KB (279 words) - 18:50, 8 July 2020
  • κεκρύφαλος, κρήδεμνον, ἢ ἔριφος (cf. κάρνος) , ἢ ζημία (cf. κάρνη, αὐτόκαρνος), Hsch. Abbreviations: ALL | General | Authors & Works κάραννος: «κεκρύφαλος
    830 bytes (41 words) - 15:05, 2 October 2019
  • used of both sexes), βάλε δουρὶ σ. ὑπὲρ μαζοῖο Il.4.528, cf. 2.479, etc.; κρήδεμνον ὑπὸ στέρνοιο τάνυσσαι Od.5.346, cf. Pi. N.10.68, X.An.1.8.26: pl., εὐρύτερος
    15 KB (1,482 words) - 19:20, 7 July 2020
  • κλύδων τρόπιος the sides of the ship from the keel, ib.12.420; undo, ἀπὸ κρήδεμνον ἔλυσεν ib.3.392; ἐπιδέσματα Hp. Fract.25.    2 set free, release, relieve
    48 KB (4,793 words) - 14:19, 18 July 2020
  • που έχει τα ιστία αναπεπταμένα, τα πανιά ανοιχτά. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἰθύς (Ι) + κρήδεμνον «κάλυμμα»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    1 KB (67 words) - 15:40, 1 July 2020
  • ον,    A with dark-blue κρήδεμνον, Q.S.4.381. Abbreviations: ALL | General | Authors & Works [Seite 1521] mit dunkelblauem Schleier, Thetis, Qu. Sm.
    1 KB (68 words) - 18:50, 7 July 2020
  • ursprünglich die verbindenden Gurte bezeichnete, empfiehlt sich der Vergleich mit κρήδεμνον Kopfbinde (Pedersen Vergl. Gramm. d. kelt. Spr. 1, 167); δέμνια wäre dann
    1 KB (136 words) - 18:29, 8 July 2020
  • ῥιπτόμενον ἐπὶ τῶν ὤμων, Σχόλ. εἰς Ὁμ. Ἰλ. Χ. 470 πρὸς ἑρμηνείαν τῆς λ. κρήδεμνον· ὠμόφορον παρὰ τῇ Ἄννᾳ Κομν. 1. 346. ΙΙ. παρὰ τοῖς Ἐκκλ. ἓν τῶν ἱερῶν ἀμφίων
    1 KB (83 words) - 17:22, 29 June 2020
  • κεφαλόδεσμο 2. στεφανωμένος με ία. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιανο- (πρβλ. ιανογλέφαρος) + κρήδεμνον «κεφαλόδεσμος, μαντήλι κεφαλιού»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    532 bytes (32 words) - 07:18, 29 September 2017
  • 1428] τό, dim. zum Folgdn, Schol. Il. 14, 184 u. Od. 10, 545 Erkl. von κρήδεμνον. κεφαλοδέσμιον, τὸ (ΑΜ) υποκορ. του κεφαλόδεσμος μσν. το σύνολο τών εξαρτημάτων
    768 bytes (53 words) - 07:23, 29 September 2017
  • τοῦτο κειμήλιον ἔστω 23.618; τῆ δὴ τοῦτο πόρε κρέας Od.8.477; τῆ δὲ τόδε κρήδεμνον . . τάνυσσαι 5.346: rare after Hom., τῆ νῦν τόδε πῖθι λαβών Cratin.141
    7 KB (689 words) - 20:25, 7 July 2020

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)