Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "κρατερός" on this wiki. See also the other search results found.

  • prob. Aeol.) κρατερός: -ά, -όν, Ἐπικ. τύπος τοῦ καρτερός, ἰσχυρός, δυνατός, παρ’ Ὁμ. ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ἐπὶ σωματικῆς ἰσχύος, κρατερός περ ἐὼν καὶ χερσὶ
    13 KB (956 words) - 03:05, 10 January 2019
  • Κρᾰτερός: и Κράτερος ὁ Кратер 1) полководец Александра Македонского, с 323 г. до н. э. - соправитель Антипатра в Македонии и Греции Plut.; 2) брат Антигона
    465 bytes (34 words) - 23:16, 31 December 2018
  • ἰσχυρός, κρατερός, Hsch. Α σθένος (κατά τον Ησύχ.) «ἰσχυρός, κρατερός». Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr
    432 bytes (19 words) - 12:28, 29 September 2017
  • | Google | LSJ full text search hard = βαρύς, καρφαλέος, κερασβόλος, κρατερός, σκληρός, στερέμνιος, στερεός, στερέωμα, στέριφος, στερρός, στιβαρός, στριφνός
    2 KB (163 words) - 08:15, 10 January 2019
  • mostly Ep., as κάρτος, κάρτιστος, καρτύνω, but in κρατερός and καρτερός the reverse holds, v. κρατερός fin.; κρατέω, κρατύς have no form καρτ-. (κρατ- and
    47 KB (4,313 words) - 13:20, 3 October 2019
  • ά, όν, poet. form of κρατερός,    A strong, mighty, μοῖρα κραταιή Il.16.334, etc.; of men, Od.15.242, 18.382, Pi.N.4.25, B.17.18; of a lion, κραταιοῦ θηρὸς
    10 KB (842 words) - 13:55, 3 October 2019
  • acharnement; Cp. καρτερώτερος, Sp. καρτερώτατος. Étymologie: R. Καρτ cf. κρατερός. see κρατερός. κρατερῆφι: strong, powerful, mighty, of persons and things, and
    21 KB (1,826 words) - 12:40, 15 February 2019
  • έχει δυνατά νύχια («λύκοι κρατερώνυχες ἠδὲ λέοντες», Ομ. Οδ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < κρατερός + -ῶνυξ (< ὄνυξ, ὄνυχος) το -ω- οφείλεται στον νόμο της εκτάσεως εν συνθέσει
    654 bytes (44 words) - 07:26, 29 September 2017
  • fort, puissant. Étymologie: κράτος. = κρατερός, epith. of Hermes. κρατύς, ὁ (Α) ισχυρός, δυνατός, κρατερός («τῆς δὲ κρατὺς Ἀργεϊφόντης ἠράσατο», Ομ
    2 KB (137 words) - 03:15, 10 January 2019
  • + -σταθής (< εστάθην παθ. αόρ. του ρ. ίσταμαι). Κατά το σχήμα ακρατής / κρατερός, αφανής / φανερός («νόμος του Caland») σχηματίστηκαν και ασταθής / ευσταθής:
    2 KB (126 words) - 06:37, 29 September 2017
  • και καρτερόψυχος, -η, -ο γενναιόψυχος, ανδρείος, ατρόμητος. [ΕΤΥΜΟΛ. < κρατερός + -ψυχος (< ψυχή), πρβλ. γενναιό-ψυχος, μεγαλό-ψυχος]. Αναζήτηση σε: Google
    465 bytes (25 words) - 06:41, 29 September 2017
  • adv. 1 avec force; 2 avec fermeté. Étymologie: κρατερός. κρᾰτερῶς: 1) твердо, крепко, непоколебимо (ἑστάμεναι, μάχεσθαι Hom.); 2) сильно, мощно (βαλεῖν
    498 bytes (29 words) - 12:24, 9 January 2019
  • Compounds: ἀβλαβής Derivatives: βλαβερός damaging (Hes.), to ἀβλαβής as κρατερός to ἀκρατής (s. Schwyzer 482). - Verb βλάπτω, βλάψαι, ἐβλάβην orig. hinder
    15 KB (1,365 words) - 14:25, 2 October 2019
  • Ι. 627· καὶ ἰφθίμῳ περ ἐόντι Μ. 410· καὶ πολλά περ ἀθλήσαντι Ο. 30· καὶ κρατερός περ ἐὼν αὐτόθι 195· καὶ ὀρχηστὴν περ ἐόντα Π. 617· καὶ νέκυός περ ἐόντος
    12 KB (1,209 words) - 13:50, 3 October 2019
  • κ. Ἡμ. 146. ων, ον ; gén. ονος; au cœur ferme, courageux. Étymologie: κρατερός, φρήν. stout-hearted, dauntless. κρατερόφρων, -ον (Α) αυτός που έχει
    3 KB (190 words) - 03:05, 10 January 2019
  • (AM κρατερῶς) επίρρ. βλ. κρατερός. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    98 bytes (14 words) - 07:26, 29 September 2017
  • Étymologie: κρατερός, αὐχήν. κρατεραύχην, -ενος, ὁ (Α) αυτός που έχει δυνατό αυχένα («ἵππος κρατεραύχην», Πλάτ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < κρατερός + αὐχήν, αὐχένος
    2 KB (100 words) - 03:05, 10 January 2019
  • , καί, ὡς, ἀμφότερον βασιλεύς τ’ ἀγαθός, κρατερός τ’ αἰχμητής, κατ’ ἀμφότερα καὶ ἀγαθὸς βασιλεὺς καὶ κρατερὸς πολεμιστής, Ἰλ. Γ. 179· κεῖται δὲ οὕτως ἀμετάβλητον
    26 KB (2,767 words) - 15:50, 9 January 2019
  • ὁσονδήποτε γενναῖος καὶ ἂν εἶναι, Λατ. quamvis fortis, αὐτόθι 131, κτλ.· κρατερός περ ἐὼν Ο. 164· κύνεός περ ἐών, καίπερ ὢν ἄφρων καὶ ἀναιδής, Ι. 373· δουρικτητήν
    22 KB (2,327 words) - 11:30, 9 January 2019
  • κρατερῑτις, ίτιδος, ἡ (Α) σκληρός κιτρινωπός λίθος. [ΕΤΥΜΟΛ. < κρατερός + -ῑτις (πρβλ. πυρ-ίτις)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    353 bytes (22 words) - 07:26, 29 September 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)