Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "κρυφός" on this wiki. See also the other search results found.

  • Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο κρῠφός: ὁ (κρύπ-τω), κρυφὸν θέμεν, ρίχνω ένα σύννεφο από πάνω, σε Πίνδ. κρυφός -οῦ, ὁ [κρύπτω] verborgenheid, heimelijkheid;
    4 KB (281 words) - 03:25, 10 January 2019
  • (I) (Μ κρυφά) βλ. κρυφός. (II) κρυφᾷ (Α) επίρρ. (δωρ. τ.) βλ. κρυφή. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    205 bytes (22 words) - 14:05, 8 January 2019
  • πληθ. οι καημοί τα βάσανα 6. φρ. α) «το 'χω καημό» — επιθυμώ β) «κρυφός καημός» — κρυφός πόθος ή κρυφή στενοχώρια γ) «μού 'φυγε ο καημός» — μού έφυγε η έγνοια
    1 KB (90 words) - 07:20, 29 September 2017
  • δεν θεάθηκε ή δεν είναι δυνατόν να θεαθεί, μη θεατός, αόρατος, μυστικός, κρυφός αρχ. αυτός που δεν βλέπει κάτι, ο τυφλός. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    359 bytes (38 words) - 06:33, 29 September 2017
  • ασαφής, αβέβαιος 2. ο αγνώστου προελεύσεως, ανεξιχνίαστος, μυστηριώδης, κρυφός, μυστικός 3. (φρ. «άδηλα και κρύφια», για πράγματα άγνωστα και μυστηριώδη
    2 KB (108 words) - 06:31, 29 September 2017
  • δημοσιεύθηκε ή δεν μπορεί να δημοσιευθεί, ανέκδοτος, ατύπωτος αρχ. μυστικός, κρυφός. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    307 bytes (29 words) - 06:31, 29 September 2017
  • -ές (Α ἀληθής) 1. ο μη κρυφός, φανερός, ακριβής, αψευδής, ορθός, σύμφωνος με τα πράγματα 2. (για πρόσωπα) αυτός που λέει την αλήθεια, ο φιλαλήθης 3. (για
    4 KB (276 words) - 06:21, 29 September 2017
  • -η, -ο (AM ἀπόκρυφος, -ον) Ι. 1. ο κρυφός, ο μυστικός 2. ο άρρητος, ο εσωτερικός 3. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τα Απόκρυφα ψευδεπίγραφα βιβλία της ΠΔ και
    1 KB (97 words) - 06:23, 29 September 2017
  • κρύφος: (ἢ κατὰ τὸν Ἀρκάδ. σ. 84, 17, κρυφός), ὁ, = κρύψις, κρυφιότης, Ἐμπεδ. 59 Karst.· ἐθέλων κρύφον θέμεν, «κρύψιν θέλων καὶ ἀφανισμὸν θεῖναι» (Σχόλ
    2 KB (125 words) - 23:12, 31 December 2018
  • επιρρεπής σε κλοπές, κλεπτικός β) μέσ. κλεπτόμενος, -ένη, -ον μυστικός, κρυφός («κλεπτομένης λαλιᾶς», Λουκιαν.). [ΕΤΥΜΟΛ. Ανάγεται σε ΙΕ ρίζα klep- «κρύβω
    8 KB (589 words) - 06:40, 29 September 2017
  • και κρυφόθερμη η λανθάνων πυρετός, κρυφός πυρετός. [ΕΤΥΜΟΛ. < κρυφ(ο)- + θέρμη. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    302 bytes (20 words) - 06:42, 29 September 2017
  • -ή, -ό βλ. κρυφός. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    61 bytes (13 words) - 07:25, 29 September 2017
  • εξεταστεί αρκετά ή που πέρασε απαρατήρητος 2. εκείνος που δεν έγινε γνωστός, ο κρυφός («ἄσκεπτοι γάμοι») 3. ο ασήμαντος, ο αμελητέος II. επίρρ. άσκεφτα (AM ἀσκέπτως
    979 bytes (70 words) - 06:58, 29 September 2017
  • slang.gr | Κάτο κρῠφαῖος: -α, -ον και -ος, -ον, 1. κρυφός, σε Πίνδ., Τραγ. 2. μυστικός, λαθραίος, κρυφός, σε Αισχύλ.· επίρρ. -ως, στον ίδ. κρῠφαῖος: и Luc
    6 KB (560 words) - 14:05, 3 October 2019
  • σφεας», Ηρόδ.) μσν. (η μτχ. παθ. παρακμ. ως επίθ.) καταχωσμένος, -η, -ον κρυφός αρχ. 1. φράζω, στουπώνω («στόμιον τοῦ λιμένος πεντεκαίδεκα κερκούρους ναῡς
    1 KB (112 words) - 12:35, 15 February 2019
  • -ή, -ό κρύβω 1. αυτός που κρύβεται, κρυφός, κρυμμένος 2. το ουδ. ως ουσ. το κρυφτό είδος παιδικού παιχνιδιού κατά το οποίο ένας από τους συμπαίκτες προσπαθεί
    420 bytes (42 words) - 06:42, 29 September 2017
  • με τροπή του -λ- σε -ρ- ή κατ' άλλους < κόλπος με ετυμολ. επίδραση του κρυφός]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    1 KB (112 words) - 12:40, 15 February 2019
  • dor. = κρυφῆ, heimlich; ἔννεπέ τις Pind. Ol. 1, 47. (I) (Μ κρυφά) βλ. κρυφός. (II) κρυφᾷ (Α) επίρρ. (δωρ. τ.) βλ. κρυφή. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    916 bytes (51 words) - 14:00, 8 January 2019
  • Geheimniß, Eur. I. A. 1146. κρυπτός: -ή, -όν, ῥημ. ἐπίθετ. τοῦ κρύπτω, «κρυφός», μυστικός, κληῖδι κρυπτῇ Ἰλ. Ξ. 168, πρβλ. Ἀριστοφ. Θεσμ. 422· ἐπεποίητό
    11 KB (1,035 words) - 13:50, 3 October 2019
  • αυτός που προέρχεται από κλεψιά, κλοπιμαίος, κλεψιμαίικος νεοελλ.-μσν. 1. κρυφός, απαγορευμένος 2. το ουδ. ως ουσ. το κλεψιμαίο και κλεψιμιό και κλεψιμίο(ν)
    1 KB (95 words) - 07:24, 29 September 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)