Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "κτενοποιός" on this wiki. See also the other search results found.

  • ὁ,    A = κτενιοποιός, ib. και χτενοποιός, ο (Α κτενοποιός) κατασκευαστής χτενών, χτενάς. [ΕΤΥΜΟΛ. < θ. κτεν- (< κτείς, κτενός) + συνδετικό φωνήεν -ο-
    924 bytes (31 words) - 07:26, 29 September 2017
  • ο, Ν βλ. κτενοποιός. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    67 bytes (13 words) - 06:17, 29 September 2017
  • κτένι(-ον), κτενίζω, κτενωτός αρχ. κτενώδης. ΣΥΝΘ. (Α' συνθετικό) κτενοειδής, κτενοποιός, κτενοπώλης μσν. κτενοθήκη. (Β' συνθετικό) αρχ. άκτενος, πεντέκτενος.
    3 KB (225 words) - 07:26, 29 September 2017
  • κτένι(-ον), κτενίζω, κτενωτός αρχ. κτενώδης. ΣΥΝΘ. (Α' συνθετικό) κτενοειδής, κτενοποιός, κτενοπώλης μσν. κτενοθήκη. (Β' συνθετικό) αρχ. άκτενος, πεντέκτενος.
    14 KB (1,217 words) - 15:06, 2 October 2019
  • κοινοποιός, κοσμοποιός, κοφινοποιός, κρεοποιός, κρημνοποιός, κρηπιδοποιός, κτενοποιός, λαμπαδοποιός, λευκοποιός, λιθοποιός, λιμοποιός, λινοποιός, λοιμοποιός
    9 KB (412 words) - 12:19, 29 September 2017