Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "κυκλικός" on this wiki. See also the other search results found.

  • -ή, -ό (AM κυκλικός, -ή, -όν) κύκλος 1. αυτός που έχει σχήμα κύκλου, κυκλοτερής, στρογγυλός ή αυτός που κινείται σαν σε κύκλο («κυκλικός χορός») 2. αυτός
    10 KB (856 words) - 15:30, 1 January 2021
  • «επ' άπειρον» — χωρίς τέλος, αιώνια αρχ. 1. ο χωρίς τέλος, ατελεύτητος, κυκλικός 2. (για ενδύματα) αυτός στον οποίο μπλέκεται κανείς χωρίς διέξοδο, χωρίς
    1 KB (87 words) - 12:20, 14 January 2019
  • η (Α ὀρχήστρα) (στο αρχ. θέατρο) ισόπεδος ημικυκλικός ή κυκλικός χώρος, προορισμένος για τον χορό νεοελλ. 1. ο μεταξύ της σκηνής και της πλατείας χώρος
    2 KB (116 words) - 12:11, 29 September 2017
  • το (AM ἁλώνιον, Μ και ἁλώνιν) (νεοελλ.-μσν.) 1. επίπεδος κυκλικός χώρος στον αγρό, όπου γίνεται το αλώνισμα τών καρπών τών δημητριακών 2. η εποχή του αλωνίσματος
    2 KB (121 words) - 23:22, 29 December 2020
  • οστού. επίρρ... ημικυκλικώς και -ά με τρόπο ημικυκλικό. [ΕΤΥΜΟΛ. < ημι- + κυκλικός (< κύκλος). Η λ. στο επίρρ. κυκλικώς μαρτυρείται από το 1849 στον Αλέξ
    960 bytes (66 words) - 07:16, 29 September 2017
  • που απευθύνεται σε πολλούς παραλήπτες, υφιστάμενες αρχές ή άτομα αρχ. 1. κυκλικός 2. περιοδικός 3. φρ. «ἐγκύκλιοι λειτουργίαι» — ετήσιες χορηγίες, γυμνασιαρχίες
    1 KB (85 words) - 14:30, 14 January 2019
  • φαλτσέτα 3. συν. στον πληθ. οι τομείς (ενν. οδόντες) οι κοπτήρες 4. φρ. α) «κυκλικός τομέας» μαθημ. τμήμα κύκλου που ορίζεται από ένα τόξο της περιφέρειάς του
    3 KB (256 words) - 12:57, 29 September 2017
  • / στρογγύλος, -η, -ον ΝΜΑ, και στρόγγυλος και στρογγύλος, -η, -ο, Ν 1. κυκλικός ή σφαιρικός («πότερον ἡ γῆ πλατεῑά ἐστιν ἤ στρογγύλη;», Πλάτ.) 2. (για
    9 KB (589 words) - 18:50, 25 March 2021
  • ἰσόκυκλος, -ον (Α) εξίσου κυκλικός σε όλα τα μέρη, κανονικά κυκλικός, στρογγυλός. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό |
    187 bytes (21 words) - 07:19, 29 September 2017
  • (τὴν γῆν ἐοῦσαν κυκλοτερέα ὡς ἀπὸ τόρνου Ἡρόδ. 4. 36)· ἀκολούθως καθόλου, κυκλικός, στρογγύλος, κυκλοτερὲς μέγα ἔτεινε τόξον, τὸ ἐτέντωσε τόσον ὥστε νὰ ἐσχημάτισε
    7 KB (590 words) - 15:44, 1 January 2021
  • -ή, -ό ο καθ' ολοκληρίαν κυκλικός, ολοστρόγγυλος. [ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ < αμφι- + κυκλικός. Η λ. χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από τον Σ. Σακελλαρόπουλο, φιλόλογο
    441 bytes (32 words) - 23:35, 29 December 2020
  • περιστρεφόμενοι, Λουκ. ἐν Διῒ Τραγ. 30. 2) στρογγύλος, α) ἐπὶ γραμμῶν, κυκλοτερής, κυκλικός, Ἱππ. π. Ἄρθρ. 783˙ π. κύρτωμα ὁ αὐτ. ἐν Ἐπιδημ. τὸ Α΄, 966˙ κύλικας..
    9 KB (704 words) - 10:35, 10 January 2021
  • δακτυλίους. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ. tetracyclic < τετρ(α)- + κυκλικός. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό |
    598 bytes (45 words) - 12:52, 29 September 2017
  • Ath.11.481e, cf. Sch. Od.2.120; κ. ἐπιγραμμάτων Suid.s.v. Ἀγαθίας; cf. κυκλικός ΙΙ. III circular motion, orbit of the heavenly bodies, κύκλον ἰέναι Pl
    61 KB (5,707 words) - 09:05, 27 March 2021
  • -η, -ο (ΑΜ ὁλόγυρος, -ον) στρογγυλός, κυκλοτερής, κυκλικός. επίρρ... ολόγυρα και ολόυρα (Α ὁλογύρως) γύρω γύρω, από όλα τα μέρη. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὁλ(ο)- + γύρος]
    483 bytes (33 words) - 12:08, 29 September 2017
  • IA1055 (lyr.). 2 κ. μέλη dithyrambs, Ar.Av.918; κύκλιος ἀναβολή Eup.l.c. 3 = κυκλικός ΙΙ, AP11.130 (Poll.). 4 = χορίαμβος, Sch.Heph.p.303 C. III name of month
    9 KB (732 words) - 20:31, 25 January 2021
  • το / πυθμένιον, ΝΜΑ πυθμήν, -ένος] μικρός πυθμένας νεοελλ. κυκλικός πυθμένας βλήματος ή κάλυκα. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    237 bytes (22 words) - 12:24, 29 September 2017
  • ο αλώνι χώρος σε σχήμα αλωνιού, δηλ. κυκλικός. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    120 bytes (17 words) - 06:19, 29 September 2017
  • Αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ. microcyclic < micro- (βλ. λ. μικρο-) + cyclic (< κυκλικός)]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    560 bytes (36 words) - 07:27, 29 September 2017
  • όργανα και μετρά με ακρίβεια ενός δεκάτου της μοίρας τόξα κύκλου, αλλ. κυκλικός βερνιέρος. [ΕΤΥΜΟΛ. < μοίρα «μονάδα μέτρησης», + -νόμιο (< -νόμος < νέμω)
    638 bytes (39 words) - 07:39, 29 September 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)