Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "κυκλοτερής" on this wiki. See also the other search results found.

  • 6; Sp.; μόλιβος, Bleikugel, Philp. 17 (VI, 62); – auch adv., Blut. κυκλοτερής: -ές, (τείρω) κατεσκευασμένος στρογγύλος, (τὴν γῆν ἐοῦσαν κυκλοτερέα ὡς
    7 KB (553 words) - 03:10, 10 January 2019
  • adj. Ar. and P. κυκλοτερής, P. περιφερής, σφαιροειδής, P. and V. εὔκυκλος (Plat.), V. εὔτορνος, ἀμφίτορνος, κυκλωτός, κύρτος, Ar. and V. γογγύλος (Aesch
    2 KB (240 words) - 11:02, 7 August 2017
  • κάμπιμος. Stooping with age: Ar. κυφός, V. διπλοῦς, προνωπής. Round: P. κυκλοτερής, P. and V. εὔκυκλος (Plat.), V. κυκλωτός, κύρτος, εὔτορνος. ἀμφίτορνος
    477 bytes (47 words) - 09:26, 21 July 2017
  • adj. Ar. and P. κυκλοτερής, P. περιφερής, σφαιροειδής, P. and V. εὔκυκλος (Plat.), V. εὔτορνος, κυρτός, κυκλωτός, ἀμφίτορνος; see round. subs. See letter
    698 bytes (54 words) - 06:58, 22 August 2017
  • η / περιδίνησις, -ήσεως, ΝΜΑ περιδινώ περιστροφή, κυκλοτερής κίνηση, στροβιλισμός (α. «περιδίνησις τοῦ ἀέρος» β. «περιδίνησις τροχοῡ» γ. «περιδίνησις τρυπάνου»)
    670 bytes (48 words) - 13:00, 15 February 2019
  • adj. Ar. and P. κυκλοτερής; see round. Look up globular on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary | Wikipedia | Google |
    152 bytes (24 words) - 09:42, 21 July 2017
  • χαρακτηρίζουν την ασπίδα στον Όμηρο είναι εύκυκλος, ομφαλόεσσα, στον δε Ηρόδοτο κυκλοτερής. Πρόκειται για τ. αβέβαιης προελεύσεως και ετυμολογίας, για την ερμηνεία
    7 KB (489 words) - 11:00, 23 December 2018
  • sept. sap. conv. 14. στρογγύλος: [ῠ], -η, -ον, (στράγγω) στρογγύλος, κυκλοτερής, σφαιρικός, ἀντίθετον τῷ πλατύς. Ἱππ. π. Ἀρχ. Ἰητρ. 171, Ἡρόδ. 2. 92,
    24 KB (1,943 words) - 16:00, 2 October 2019
  • -η, -ο (ΑΜ ὁλόγυρος, -ον) στρογγυλός, κυκλοτερής, κυκλικός. επίρρ... ολόγυρα και ολόυρα (Α ὁλογύρως) γύρω γύρω, από όλα τα μέρη. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὁλ(ο)- + γύρος]
    483 bytes (33 words) - 12:08, 29 September 2017
  • ο (Α ὁρίζων) η κυκλοτερής νοητή γραμμή κατά την οποία ο ουρανός φαίνεται να εφάπτεται με το έδαφος ή με την επιφάνεια της θάλασσας νεοελλ. 1. αστρον. ο
    3 KB (271 words) - 12:10, 29 September 2017
  • «στρογγυλά λόγια» — λόγια σταράτα β. «στρογγύλα ῥήματα», Αριστοφ.) 3. κυκλοτερής («δίφρος στρογγύλος», επιγρ.) 4. φρ. «στρογγύλο πλοίο» ή «στρογγύλη ναῡς»
    9 KB (589 words) - 12:32, 29 September 2017
  • αὐληταί, = κύκλιοι, Luc. salt. 2; χορός, s. κύκλιος. κυκλικός: -ή, -όν, κυκλοτερής, ἐν κύκλῳ κινούμενος, Ἀριστ. π. Οὐρ. 2. 7, 3· κίνησις Πλούτ. 2. 887D.
    10 KB (843 words) - 14:15, 14 January 2019
  • περιστρεφόμενοι, Λουκ. ἐν Διῒ Τραγ. 30. 2) στρογγύλος, α) ἐπὶ γραμμῶν, κυκλοτερής, κυκλικός, Ἱππ. π. Ἄρθρ. 783˙ π. κύρτωμα ὁ αὐτ. ἐν Ἐπιδημ. τὸ Α΄, 966˙
    9 KB (691 words) - 05:30, 10 January 2019
  • σωληνάριο του νεφρού που εκβάλλει στη νεφρική θηλή β) «θηλαία άλως» — η κυκλοτερής μελάγχρους επιφάνεια γύρω από τη θηλή του μαστού. Αναζήτηση σε: Google
    541 bytes (50 words) - 07:18, 29 September 2017
  • «ἀτέρμων αἰών») νεοελλ. 1. υπερβολικά μεγάλος 2. ο χωρίς αρχή και τέλος, κυκλοτερής ή κινούμενος κυκλοτερώς αρχ. φρ. 1. «ἀτέρμων πέπλος» — πέπλος αδιέξοδος
    774 bytes (56 words) - 06:59, 29 September 2017
  • «κύκλοι παράλληλοι» γ. «ζωδιακός κύκλος» δ. «κύκλος ἰσημερινός», Φίλ.) 6. η κυκλοτερής κίνηση τών ουράνιων σωμάτων, η τροχιά («οὐρανός... μιᾷ περιαγωγῇ καὶ κύκλῳ
    63 KB (5,654 words) - 15:07, 2 October 2019
  • κυκλοτερικός, -ή, -όν (Μ) κυκλοτερής αυτός που διαγράφει κύκλο. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    141 bytes (18 words) - 06:42, 29 September 2017
  • Ἀνθ. Π. 12, 82· οὕτως ἐσφαλμένως, καὶ τόξοιο νευρὴν Βαβρ. 68, 5· πρβλ. κυκλοτερής· ― Παθ., σχηματίζω κύκλον, κυκλοῦτο δ’ ὥστε τόξον ἢ κυρτὸς τροχὸς Εὐρ
    17 KB (1,500 words) - 14:00, 3 October 2019
  • 77.18 (vi A.D.). κύκλευμα, τὸ (Μ) κυκλεύω 1. τροχός του νερόμυλου 2. κυκλοτερής διαδρομή 3. περιπλανητική διαδρομή. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    706 bytes (34 words) - 07:26, 29 September 2017
  • [Seite 597] herumlaufend, daher rund, Il. 23, 455. περίτροχος: -ον, κυκλοτερής, στρογγύλος, περιφερής, ἐπὶ σεληνοειδοῦς σήματος ἐπὶ τοῦ μετώπου ἵππου
    3 KB (220 words) - 12:25, 14 January 2019

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)