Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "κόπος" on this wiki. See also the other search results found.

  • translate πόνος, 'toil', κόπος, 'weariness', μόχθος, 'labor').] ο (ΑM κόπος) 1. κάματος, κόπωση, κούραση («οὐδὲ τὰ γόνατα κόπος έλεῑ μου καματηρός», Αριστοφ
    13 KB (1,213 words) - 14:00, 3 October 2019
  • κοπῶ, -όω (ΑM) κόπος κουράζω, ταλαιπωρώ, καταπονώ («εἴ τις κοπώσειε βαρυτέραις γυμνασίαις», Δίων Χρυσ.) μσν. ενεργώ, προσπαθώ. Αναζήτηση σε: Google |
    287 bytes (26 words) - 07:25, 29 September 2017
  • ψυχική στενοχώρια ή ανησυχία, άγχος, φόβος νεοελλ. 1. απεγνωσμένη προσπάθεια, κόπος, μόχθος 2. φρ. «επιθανάτια αγωνία», ψυχορράγημα, χαροπάλεμα αρχ. 1. γυμναστική
    1 KB (75 words) - 06:31, 29 September 2017
  • επιτατ. σημ., πρβλ. μεθο-κόπος, λαμνο-κόπος κ.λπ. Το β' συνθετικό τών αντίστοιχων σύνθ. ονομάτων της Αρχαίας Ελληνικής σε -κόπος (< κόπος < κόπτω) διατηρούσε
    2 KB (169 words) - 11:20, 19 December 2018
  • ο, Ν οδοιπόρος. [ΕΤΥΜΟΛ. < στράτα + -κόπος (< κόπος < κόπτω), πρβλ. ξυλο-κόπος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    369 bytes (20 words) - 12:32, 29 September 2017
  • ικανός στην παιδιά της ορτυγοκοπίας. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὄρτυξ, -υγος + -κόπος (< κόπτω), πρβλ. ξυλο-κόπος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    420 bytes (25 words) - 12:05, 29 September 2017
  • κατασκευάζει καρφιά. [ΕΤΥΜΟΛ. < ήλος «καρφί» + -κοπος (< κόπος «κοπή»), πρβλ. αργυρο-κόπος, ξυλο-κόπος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    464 bytes (27 words) - 07:16, 29 September 2017
  • ηθικής αποκαταστάσεως 4. προσπάθεια, ταλαιπωρία για την επίτευξη σκοπού, κόπος, μόχθος νεοελλ. 1. (ως κύριο όνομα) ο Αγώνας η ελληνική επανάσταση του 1821
    3 KB (170 words) - 06:31, 29 September 2017
  • οιωνούς) δυσοίωνος, αυτός που προμηνύει κακά 5. το ουδ. ως ουσ. τὸ ἐπίπονον κόπος, μόχθος. επίρρ... ἐπιπόνως και -α 1. με κόπο, κοπιαστικά, κουραστικά, δύσκολα
    1 KB (86 words) - 07:11, 29 September 2017
  • πένομαι)· ― ἐργασία, μάλιστα βαρεῖα, κόπος, Λατ. labor, παρ’ Ὁμ. τὰ πλεῖστα ἐπὶ τοῦ κόπου τῆς μάχης, μάχης π., ὁ ἀγών, ὁ κόπος τῆς μάχης, Ἰλ. Π. 568· καὶ μόνον
    35 KB (3,245 words) - 14:20, 3 October 2019
  • που εργάζεται καλά, ο δουλευτής. [ΕΤΥΜΟΛ. < ίδρος + -κοπος (< κόπος), πρβλ. δημο-κόπος, ξυλο-κόπος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    399 bytes (25 words) - 07:18, 29 September 2017
  • κόβει και μαζεύει τις ρίζες τών φυτών. [ΕΤΥΜΟΛ. < ρίζα + -κόπος (< κόπος < κόπτω), πρβλ. ξυλο-κόπος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια |
    433 bytes (28 words) - 12:26, 29 September 2017
  • εργασίας νεοελλ. 1. η τεχνοτροπία της κατασκευής («καλλιτεχνική εργασία») 2. ο κόπος, η αμοιβή που καταβάλλεται για την εκτέλεση ενός έργου («πλήρωσα μόνο την
    4 KB (306 words) - 07:13, 29 September 2017
  • που κατεργάζεται την πέτρα, ο λιθοξόος. [ΕΤΥΜΟΛ. < πέτρα + -κόπος (< κόπτω), πρβλ. ξυλο-κόπος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    386 bytes (25 words) - 12:17, 29 September 2017
  • καθαριότητα («τα ρούχα του πάντοτε λαμποκοπούν»). [ΕΤΥΜΟΛ. < λάμπω + -κοπώ (< κόπος), πρβλ. ιδρο-κοπώ, μεθο-κοπώ]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    584 bytes (36 words) - 07:30, 29 September 2017
  • ζῆν, τοῦ βίου» — ο θάνατος μσν. 1. μισθός 2. επιχορήγηση 3. πρόσοδοι 4. κόπος, ταλαιπωρία αρχ. 1. (για τον ήλιο) ανατολή 2. έξοδος σε πομπή ή έξοδος κάποιου
    3 KB (213 words) - 12:35, 15 February 2019
  • subs. P. and V. κόπος, ὁ, P. ταλαιπωρία, ἡ, V. κάματος, ὁ. Look up weariness on Perseus | Wiktionary | Wikipedia | Google | LSJ full text search
    195 bytes (24 words) - 10:09, 21 July 2017
  • κοπός, ὁ (Μ) ίχνη βημάτων πάνω στο χώμα, μονοπάτι, ντορός. [ΕΤΥΜΟΛ. < κόπτω (θ. κοπ-, πρβλ. παθ. αορ. β' ἐ-κόπ-ην) + κατάλ. -ος]. Αναζήτηση σε: Google
    418 bytes (32 words) - 07:25, 29 September 2017
  • αλλά δεν τίς τηρεί, φλύαρος, λογάς. [ΕΤΥΜΟΛ. < λογο- -κόπος (< κόπτω), πρβλ. δημο-κόπος, μεθο-κόπος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    490 bytes (37 words) - 07:34, 29 September 2017
  • κοπώ το συναίσθημα της κούρασης που προέρχεται από πολλή εργασία, κούραση, κόπος, καταπόνηση, κάματος νεοελλ. (τεχνολ.-φυσ.) αλλοίωση τών ιδιοτήτων υλικού
    759 bytes (63 words) - 07:25, 29 September 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)