Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "κύδος" on this wiki. See also the other search results found.

  • Sch.A.R.1.1337. (I) κύδος, ὁ (Α) ονειδισμός, βρισιά. [ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται πιθ. για υποχωρητ. σχηματισμό από το κυδάζομαι]. (II) κῡδος, τὸ (Α) 1. δόξα, φήμη
    3 KB (189 words) - 11:35, 9 January 2019
  • ουδέτερο σιγμόληκτο όνομα έχθος, όπως ακριβώς στα κυδρός > κυδίων, κύδιστος, κύδος. Στην περίπτωση αυτή υπάρχει αντιστοιχία με το λατ. επίρρ. ext-ra «εκτός»
    4 KB (280 words) - 15:25, 15 January 2019
  • τιμήν... καὶ κῦδος ἄρηαι Ἰλ. Π. 84· ἐκ δὲ Διὸς τιμὴ καὶ κῦδος ὀπηδεῖ Ρ. 251· Ἕκτορι κῦδος ὄπαζεν (δηλ. ὁ Ζεὺς) Π. 730· ὁπποτέροισι πατὴρ Ζεὺς κῦδος ὀρέξει 5
    16 KB (1,706 words) - 15:05, 2 October 2019
  • πετυχημένος («ἐπικυδέστερα τὰ πράγματα θἄτερ’ ἐποίησεν», Ισοκρ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + κύδος «δόξα»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    523 bytes (33 words) - 07:11, 29 September 2017
  • θεοκυδής, -ές (Α) αυτός που τιμάται σαν θεός. [ΕΤΥΜΟΛ. < θεο- + -κυδής (< κύδος), πρβλ. μεγα-κυδής, φερε-κυδής]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη |
    419 bytes (26 words) - 07:17, 29 September 2017
  • mich, wo der Schol. diese Bdtg von κῦδος als syrakusisch bezeichnet, überdies aber kurz gebraucht ist. κῠδάζω: (κύδος, ὁ, ὃ ἴδε) ὀνειδίζω, ὑβρίζω, λοιδορῶ
    4 KB (324 words) - 03:20, 10 January 2019
  • ζωή («ἥβης ἐρικυδέος», Ομ. Ιλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ερι- (επιτ. μόριο) + -κυδής (< κύδος «δόξα»)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    874 bytes (62 words) - 07:13, 29 September 2017
  • ἡ. Good name: P. and V. ἀξίωμα, τό, εὐδοξία, ἡ, Ar. and V. εὔκλεια, ἡ, κῦδος, τό, V. κληδών, ἡ; see fame. Have a good name, v.; P. and V. εὖ ἀκούειν,
    2 KB (252 words) - 11:57, 7 August 2017
  • εὐδοξία, ἡ, αξίωμα, τό, κλέος, τό (rare P.), ὄνομα, τό. Ar. and V. εὔκλεια, ἡ, κῦδος, τό, V. κληδών, ἡ. Honour: P. and V. τιμή, ἡ; see honour. Look up fame on
    613 bytes (74 words) - 09:42, 21 July 2017
  • θέμις, παρουσιάζει με το τελευταίο την ίδια μορφική αναλογία όπως τα κυδι-/κύδος: κυδρός. Κατά μία άποψη, ο αμάρτυρος υπερθετικός του θέμιστος (κατά τα κρατερός-κράτιστος)
    2 KB (133 words) - 21:42, 31 December 2018
  • ἡ, ἀξίωμα, τό, κλέος, τό (rare P.), ὄνομα, τό, Ar. also V. εὔκλεια, ἡ, κῦδος, τό, V. κληδών, ἡ. Look up reputation on Perseus Dictionaries | Perseus
    572 bytes (69 words) - 11:01, 7 August 2017
  • τό (rare P.), εὐδοξία, ἡ, ἀξίωμα, τό, ὄνομα, τό, Ar. and V. εὔκλεια, ἡ, κῦδος, τό, V. κληδών, ἡ. The general wins all the glory: V. ὁ στρατηγὸς τὴν δόκησιν
    956 bytes (105 words) - 09:42, 21 July 2017
  • ἁμίλλαις ἅρμασί τε γλαφυροῖς ἄμφαινε κυδαίνων πόλιν (N. 9.12) κυδαίνω (AM) κύδος δίνω σε κάποιον τιμή και δόξα, λαμπρύνω, δοξάζω («πατρόθεν ἐκ γενεῆς ὀνομάζων
    8 KB (711 words) - 11:45, 26 February 2019
  • δόξα, ἡ, εὐδοξία, ἡ, κλέος, τό (rare P.), ὄνομα, τό. Ar. and V. εὔκλεια, ἡ, κῦδος, τό, V. κληδών, ἡ. adornment: P. and V. κόσμος, ὁ. concretely (applied to
    2 KB (267 words) - 09:48, 10 September 2019
  • αἴσχιστα μσν. (συγκρ.) αἰσχίως (= αἴσχιον). [ΕΤΥΜΟΛ. < αἶσχος (πρβλ. και κῦδος-κυδρός) αρχική σημ. του επιθέτου «αυτός που προκαλεί ντροπή» χρησιμοποιούμενο
    3 KB (180 words) - 10:08, 23 December 2018
  • 1199.    2 κυδώνιον· μέγα καὶ ἀξιόλογον, ἢ ἀπατηλόν, δόλιον, λοίδορον (cf. κύδος), Hsch. Κῠδώνιος: -α, -ον, (Κύδων) Κυδωνικός· μῆλον Κ., τὸ «κυδῶνι», Στησίχ
    3 KB (193 words) - 09:50, 13 January 2019
  • très glorieux. Étymologie: πολύς, κῦδος. -ές, Α αυτός που έχει πολύ κύδος, μεγάλη δόξα. [ΕΤΥΜΟΛ. < πολυ- + -κυδής (< κῦδος, το «δόξα, φήμη»), πρβλ. μεγα-κυδής
    1 KB (85 words) - 05:51, 10 January 2019
  • εὐδοξία, ἡ, ἀξίωμα, τό, κλέος, τό (rare P.), ὄνομα, τό, Ar. and V. εὔκλεια, ἡ, κῦδος, τό, V. κληδών, ἡ. Honour: P. and V. τιμή, ἡ. Look up renown on Perseus
    377 bytes (49 words) - 09:49, 21 July 2017
  • bringing renown κυδίμων ἀέθλων (O. 14.24) glorioso κύδιμος, -ον (Α) κύδος ένδοξος, φημισμένος («κύδιμον Ἑρμῆν», Ησίοδ.). Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    2 KB (130 words) - 19:40, 9 January 2019
  • ῆεν; illustre, glorieux, fameux. Étymologie: κῦδος. κυδήεις, -εσσα, -εν, δωρ. κυδάεις, -εσσα, -εν (Α) κύδος ένδοξος, περίφημος. Αναζήτηση σε: Google |
    2 KB (101 words) - 12:55, 9 January 2019

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)