Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "κύων" on this wiki. See also the other search results found.

  • gen. šuñs, Lat. canis, Goth. hunds (κύων), etc.) [Seite 1540] ὁ, ἡ, gen. κυνός, κύνα, ὦ κύον, später auch κύων, Bast app. ep. crit. p. 15, dat. plur
    44 KB (4,306 words) - 19:10, 5 April 2020
  • Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο κύνα: αιτ. του κύων. κύνα acc. sing. van κύων. κύνα: acc. к κύων.
    481 bytes (38 words) - 11:48, 31 December 2018
  • : V. μήλειος. sacrifice sheep, v.: Ar. and V. μηλοσφαγεῖν. sheep dog: V. κύων βοτήρ, ὁ. ⇢ Look up "sheep" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus
    733 bytes (73 words) - 08:52, 20 May 2020
  • P. and V. κύων, ὁ. young dog: P. and V. σκύλαξ, ὁ. of a dog, adj.: Ar. κύνειος. like a dog: Ar. κυνηδόν. P. and V. διώκειν, ἰχνεύειν; see dodge, hunt
    469 bytes (48 words) - 08:55, 20 May 2020
  • κύνας, ὁ (Μ) σκύλος. [ΕΤΥΜΟΛ. Μεταπλασμένος τ. του κύων, κυνός, από την αιτιατική τὸν κύνα, κατά το σχήμα τὸν ταμία: ὁ ταμίας. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    338 bytes (31 words) - 07:26, 29 September 2017
  • gén. de κύων. κυνός gen. sing. van κύων. κῠνός: gen. к κύων.
    167 bytes (12 words) - 23:20, 31 December 2018
  • οῦ (ὁ, ἡ) chasseur, chasseresse. Étymologie: κύων, ἄγω. ο (AM κυνηγός, Α θηλ. κυνηγίς, δωρ. τ. κυναγός) 1. αυτός που βγαίνει με ή και χωρίς κυνηγετικό
    3 KB (211 words) - 07:24, 1 January 2019
  • κῠνίδιον: τό, ὑποκορ. τοῦ κύων, μικρὸς κύων, κυνάριον, «σκυλλάκι», Ἀριστοφ. Ἀχ. 542, Πλάτ. Εὐθύδ. 298Ε, Ξεν. Οἰκ. 13, 8, κτλ.· πρβλ. κυνάριον. ου (τό) :
    2 KB (117 words) - 03:10, 10 January 2019
  • P. and V. κύων, ὁ or ἡ. young hound: P. and V. σκύλαξ, ὁ or ἡ. hound for hunting: V. κύων λάκαινα, ἡ (Soph., Ajax 8). pack of hounds: P. κυνηγέσιον, τό
    821 bytes (71 words) - 08:52, 20 May 2020
  • (βόσκω) βοσκός, Ὀδ. Ο. 504· οἰωνῶν β., ὁ οἰωνοσκόπος, Αἰσχύλ. Θήβ. 24· κύων βοτήρ, κύων ποιμενικός, Σοφ. Αἴ. 297· ὡσαύτως παρὰ μεταγεν. πεζοῖς, Πλούτ. Ρωμ
    5 KB (414 words) - 06:10, 10 January 2019
  • chienne. Étymologie: κύων. figura de un perrito neuter of a presumed derivative of κύων; a puppy: dog. κυναριου, τό (diminutive of κύων, equivalent to
    3 KB (279 words) - 14:05, 3 October 2019
  • chien ou ressemble à un chien; 2 cynique. Étymologie: κύων. -ή, -ό (AM κυνικός, -ή, -όν) κύων 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται ή αρμόζει σε σκύλο ή μοιάζει
    7 KB (584 words) - 03:10, 10 January 2019
  • ἡ, (κύων, ἄγχω)    A dog-quinsy, Arist.HA604a5, Ant.Lib. 23.2; cf. ὑάγχη: hence,    II sore throat, Hp.VM19, Prog.23, Aph. 3.16 (all pl.), Porph.Abst.3
    4 KB (247 words) - 20:11, 4 January 2019
  • Adv., (κύων)    A like a dog, S.Fr.722, Ar.Eq.1033, Nu.491, Luc.Tim.54. κῠνηδόν: Ἐπίρρ. (κύων) κατὰ τὸν τρόπον κυνὸς, ὡς κύων, «’σὰν σκύλλος», Σοφ. Ἀποσπ
    2 KB (92 words) - 03:10, 10 January 2019
  • and P. θηρίον, τό, P. and V. θήρ, ὁ, Ar. and V. κνώδαλον, τό, V. δάκος, τό. κύων, ὁ, sometimes κακόν, τό. fabulous monsters: P. φύσεις μεμυθολογημέναι (Plato)
    825 bytes (105 words) - 08:52, 20 May 2020
  • Ευρ.· ονομαζόταν Σείριος κυών, σε Αισχύλ.· Σείριος ἀστήρ, σε Ησίοδ. σείριος: палящий, знойный, жгучий: σ. ἀστήρ Hes. и σ. κύων Aesch. = Σείριος. σείριος
    6 KB (468 words) - 12:55, 9 January 2019
  •    A = κύων (Scyth.), Hsch. πάγανα· σφύρα, Id. παγαίη: «κύων. Σκυθιστὶ» Ἡσύχ. παγαίη (Α) (κατά τον Ησύχ.) «κύων Σκυθιστί». Αναζήτηση σε: Google |
    606 bytes (27 words) - 12:03, 29 September 2017
  • τετραυματισμένον γὰρ ὡς κύων νεβρὸν . . ἐκμαστεύομεν A.Eu.246; τραυματισθεὶς τολλά Th.4.12. [Seite 1135] verwunden; τετραυματισμένον γὰρ ὡς κύων νεβρὸν ἐκμαστεύομεν
    5 KB (385 words) - 14:40, 3 October 2019
  • 289, Μ. 86, Ἡσ. Θεογ. 834· κύων ἀμαλῇσι περὶ σκυλάκεσαι βεβῶσα Ὀδ. Τ. 14· πλῆρες, σκ. κυνὸς Ἡρόδ. 3. 32· - καθόλου, κύων, ἀρσ. ἐν Εὐρ. Βάκχ. 338, Πλάτ
    16 KB (1,546 words) - 15:55, 2 October 2019
  • φοινίσσεσθαι to be of a brighter red, Arat.798.    5 blushing, Ar.Eq.900; also κύων . . πύρσ' ἔχουσα δέργματα glaring with bloodshot eyes, E.Hec.1265.    II
    18 KB (1,728 words) - 14:25, 3 October 2019

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)