Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "κῦμα" on this wiki. See also the other search results found.

  • κατὰ κῦμα, ‘with the current,’ Od. 2.429. κῡμα (κῦμα, -ατος, -α; -ατα, -άτων, -ασιν, -άτεσσιν.)    1 wave, surge νῦν ψᾶφον ἑλισσομέναν ὁπᾷ κῦμα κατακλύσσει
    23 KB (2,171 words) - 08:32, 16 July 2020
  • «νέο κύμα καύσωνα προέβλεψαν οι μετεωρολόγοι» β. «κύμα απεργιών προβλέπεται για τον άλλο μήνα» γ. «κύμα αγανάκτησης γέμισε την ψυχή μας» δ. «κύμα κατακλυσμὸν
    5 KB (320 words) - 12:45, 15 February 2019
  • κατὰ κῦμα… οὔριον = down stream, with the stream ⇢ Look up "κατὰ κῦμα… οὔριον" on Google | LSJ full text search (Translation based on the reversal of
    74 bytes (31 words) - 21:10, 3 July 2020
  • P. κατακλυσμός, ὁ, ἐπίκλυσις, ἡ. wave: P. and V. κλύδων, ὁ. κῦμα, τό. stream: P. and V. ῥοή, ἡ, ῥεῦμα, τό; see stream. be in full flood: P. μέγας ῥεῖν
    2 KB (147 words) - 08:50, 20 May 2020
  • Dem.Enc.33; αἱ τῶν βασάνων τ. LXX4 Ma.7.2. τρῐκῡμία: ἡ, τὸ τρίτον κῦμα, πελώριον κῦμα, ὅταν τρία κύματα συναφθῶσιν εἰς ἕν, ἐπειδὴ τὸ τρίτον ὑπετίθετο ὡς
    5 KB (462 words) - 15:25, 4 July 2020
  • V. νεοσσός, ὁ. infant: see infant. the young in the womb before birth: V. κῦμα, τό. P. κύημα, τό. ⇢ Look up "young" on Perseus Dictionaries | Perseus
    2 KB (208 words) - 08:49, 20 May 2020
  • οἱ δ' ἐκαρτέρουν πρὸς κῦμα λακτίζοντες = they strained with their feet against the wave ⇢ Look up "οἱ δ' ἐκαρτέρουν πρὸς κῦμα λακτίζοντες" on Google
    87 bytes (43 words) - 17:20, 6 July 2020
  • πολὺς ρεῖν. be at high tide, v.: use P. μέγας ρεῖν. swell, wave: P. and V. κῦμα, τό. return of the tide: P. κύματος ἐπαναχώρησις (Thuc. 3, 89). flood tide:
    1 KB (107 words) - 08:51, 20 May 2020
  • Source: ἀκύμων (I) ἀκύμων (-ονος), -ον (Α) κύμα ακύμαντος, άκυμος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀ- στερητ. + κῦμα «το θαλάσσιο κύμα». Σημειώνεται ότι τόσο το ἀκύμων (Ι) όσο
    5 KB (352 words) - 14:15, 8 July 2020
  • σύρεται από ένα άλογο αρχ. φρ. «κλύδων ἔφιππος» — ορμητικό κύμα αλόγων, άλογα που ορμούν σαν κύμα. [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + ἵππος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    698 bytes (53 words) - 12:50, 14 January 2019
  • -κλυσθείς 2 Ep.Pet. 3.6.    2 metaph., deluge, overwhelm, τοίους γὰρ κατὰ κῦμα… ἔκλυσεν Archil.9.3; τὴν Φρυγῶν πόλιν… ἤλπισας κατακλύσειν δαπάναισιν E.Tr
    13 KB (1,129 words) - 07:29, 4 July 2020
  • ἄκρων περγάμων ἑλεῖν πόλιν, Εὐρ. Φοίν. 1176), ὡσαύτως, ἔλασεν μέγα κῦμα κατ’ ἄκρης, κῦμα ὤθησεν αὐτὸν ἐκ τῶν ἄνω· Ὀδ. Ε. 313· οὕτω παρ’ Ἀττ. γῆν πατρῴαν.
    10 KB (917 words) - 15:25, 8 July 2020
  • Rosse, Il. 9, 124. 266; κῦμα πηγόν, eine dickangeschwollene, gewaltige Woge, Od. 5, 388. 23, 235, wofür sonst τρόφι u. τροφόεν κῦμα, auch von sp. D. nachgeahmt
    5 KB (446 words) - 12:05, 8 July 2020
  • nourri, gros et gras, fort ; p. anal. τρόφι κῦμα IL vague énorme. Étymologie: τρέφω. τρόφι (τρέφω): big, huge; κῦμα, Il. 11.307†. -ιος, ὁ και ἡ, και τρόφι
    5 KB (364 words) - 23:30, 29 June 2020
  • χέρσον 9.147; λάϊγγας ποτὶ χ. ἀποπλύνεσκε θάλασσα 6.95; κῦμα . . βοάᾳ ποτὶ χ. Il.14.394; κῦμα . . χέρσῳ ῥηγνύμενον μεγάλα βρέμει 4.425; χέρσον ἱκέσθαι
    20 KB (1,897 words) - 13:05, 8 July 2020
  • ή, όν,    A bulging, swelling, κῦμα Il.4.426; κύματα κυρτὰ φαληριόωντα 13.799, cf. Sosicr.2; θάλασσα κυρτὸν ἐπαφρίζῃ Mosch.Fr.1.5; τὼ δέ οἱ ὤμω κυρτώ humped
    11 KB (1,018 words) - 18:45, 7 July 2020
  • swelling threats of Cleon, Ar.Eq.692 (expld. as κόλον κῦμα, Sch.ad loc.; τυφλὸν κῦμα, Hsch.; κωφὸν κῦμα, Suid.). [Seite 1474] τό, eine große, sich still
    4 KB (374 words) - 18:35, 7 July 2020
  • ᾄσσειν. wavy motion: P. αἰώρησις, ἡ. motion: P. φορά, ἡ. billow: P. and V. κῦμα, τό, κλύδων, ὁ, κλυδώνιον, τό. surf: P. and V. ῥόθιον, τό (Thuc. 4, 10),
    2 KB (197 words) - 08:49, 20 May 2020
  • (Plato, Cratylus 402A). down stream, with the stream: P. κατὰ ῥοῦν, Ar. κατὰ κῦμα… οὔριον (Equites 433). flow with a strong stream: P. and V. πολὺς ῥεῖν, P
    3 KB (307 words) - 17:38, 18 May 2020
  • P. and V. κλύδων, ὁ, κλυδώνιον, τό, κῦμα, τό; see surf. heaving: Ar. and V. οἶδμα, τό, σάλος, ὁ. P. κυμαίνειν. heave up and down: P. and V. σαλεύειν
    607 bytes (58 words) - 08:54, 20 May 2020

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)