Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "κῦμα" on this wiki. See also the other search results found.

  • κατὰ κῦμα, ‘with the current,’ Od. 2.429. κῡμα (κῦμα, -ατος, -α; -ατα, -άτων, -ασιν, -άτεσσιν.)    1 wave, surge νῦν ψᾶφον ἑλισσομέναν ὁπᾷ κῦμα κατακλύσσει
    24 KB (2,136 words) - 14:00, 3 October 2019
  • «νέο κύμα καύσωνα προέβλεψαν οι μετεωρολόγοι» β. «κύμα απεργιών προβλέπεται για τον άλλο μήνα» γ. «κύμα αγανάκτησης γέμισε την ψυχή μας» δ. «κύμα κατακλυσμὸν
    5 KB (320 words) - 12:45, 15 February 2019
  • Dem.Enc.33; αἱ τῶν βασάνων τ. LXX4 Ma.7.2. τρῐκῡμία: ἡ, τὸ τρίτον κῦμα, πελώριον κῦμα, ὅταν τρία κύματα συναφθῶσιν εἰς ἕν, ἐπειδὴ τὸ τρίτον ὑπετίθετο ὡς
    5 KB (433 words) - 19:30, 9 January 2019
  • subs. P. κατακλυσμός, ὁ, ἐπίκλυσις, ἡ. Wave: P. and V. κλύδων, ὁ. κῦμα, τό. Stream: P. and V. ῥοή, ἡ, ῥεῦμα, τό; see stream. Be in full flood: P. μέγας
    1 KB (148 words) - 11:01, 7 August 2017
  • V. νεοσσός, ὁ. Infant: see infant. The young in the womb before birth: V. κῦμα, τό. P. κύημα, τό. Look up young on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC
    2 KB (210 words) - 11:01, 7 August 2017
  • πολὺς ρεῖν. Be at high tide, v.: use P. μέγας ρεῖν. Swell, wave: P. and V. κῦμα, τό. Return of the tide: P. κύματος ἐπαναχώρησις (Thuc. 3, 89). Flood tide:
    999 bytes (108 words) - 11:01, 7 August 2017
  • σύρεται από ένα άλογο αρχ. φρ. «κλύδων ἔφιππος» — ορμητικό κύμα αλόγων, άλογα που ορμούν σαν κύμα. [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + ἵππος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    698 bytes (53 words) - 12:50, 14 January 2019
  • Source: ἀκύμων (I) ἀκύμων (-ονος), -ον (Α) κύμα ακύμαντος, άκυμος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀ- στερητ. + κῦμα «το θαλάσσιο κύμα». Σημειώνεται ότι τόσο το ἀκύμων (Ι) όσο
    5 KB (352 words) - 15:28, 15 January 2019
  • -κλυσθείς 2 Ep.Pet. 3.6.    2 metaph., deluge, overwhelm, τοίους γὰρ κατὰ κῦμα… ἔκλυσεν Archil.9.3; τὴν Φρυγῶν πόλιν… ἤλπισας κατακλύσειν δαπάναισιν E.Tr
    13 KB (1,097 words) - 13:55, 3 October 2019
  • ἄκρων περγάμων ἑλεῖν πόλιν, Εὐρ. Φοίν. 1176), ὡσαύτως, ἔλασεν μέγα κῦμα κατ’ ἄκρης, κῦμα ὤθησεν αὐτὸν ἐκ τῶν ἄνω· Ὀδ. Ε. 313· οὕτω παρ’ Ἀττ. γῆν πατρῴαν.
    10 KB (886 words) - 11:20, 4 September 2019
  • Rosse, Il. 9, 124. 266; κῦμα πηγόν, eine dickangeschwollene, gewaltige Woge, Od. 5, 388. 23, 235, wofür sonst τρόφι u. τροφόεν κῦμα, auch von sp. D. nachgeahmt
    5 KB (446 words) - 14:15, 14 January 2019
  • nourri, gros et gras, fort ; p. anal. τρόφι κῦμα IL vague énorme. Étymologie: τρέφω. τρόφι (τρέφω): big, huge; κῦμα, Il. 11.307†. -ιος, ὁ και ἡ, και τρόφι
    5 KB (364 words) - 01:59, 10 January 2019
  • ή, όν,    A bulging, swelling, κῦμα Il.4.426; κύματα κυρτὰ φαληριόωντα 13.799, cf. Sosicr.2; θάλασσα κυρτὸν ἐπαφρίζῃ Mosch.Fr.1.5; τὼ δέ οἱ ὤμω κυρτώ humped
    12 KB (993 words) - 15:10, 2 October 2019
  • χέρσον 9.147; λάϊγγας ποτὶ χ. ἀποπλύνεσκε θάλασσα 6.95; κῦμα . . βοάᾳ ποτὶ χ. Il.14.394; κῦμα . . χέρσῳ ῥηγνύμενον μεγάλα βρέμει 4.425; χέρσον ἱκέσθαι
    20 KB (1,869 words) - 16:10, 2 October 2019
  • swelling threats of Cleon, Ar.Eq.692 (expld. as κόλον κῦμα, Sch.ad loc.; τυφλὸν κῦμα, Hsch.; κωφὸν κῦμα, Suid.). [Seite 1474] τό, eine große, sich still
    4 KB (374 words) - 15:06, 2 October 2019
  • , Θουκ.· κῦμα χερσαῖον στρατοῦ, στρατός, αντίθ. προς τον στόλο, σε Αισχύλ. χερσαῖος: 1) сухопутный, наземный (ζῷα Her.; ὄφιες Arst.): κῦμα χερσαίου στρατοῦ
    10 KB (771 words) - 11:15, 10 January 2019
  • (Plat., Crat. 402A). Down stream, with the stream: P. κατὰ ῥοῦν, Ar. κατὰ κῦμα... οὔριον (Eq. 433). Flow with a strong stream: P. and V. πολὺς ῥεῖν, P.
    3 KB (310 words) - 13:57, 7 August 2017
  • subs. P. and V. κλύδων, ὁ, κλυδώνιον, τό, κῦμα, τό; see surf. Heaving: Ar. and V. οἶδμα, τό, σάλος, ὁ. v. intrans. P. κυμαίνειν. Heave up and down: P.
    500 bytes (61 words) - 10:06, 21 July 2017
  • subs. Wavy motion: P. αἰώρησις, ἡ. Motion: P. φορά, ἡ. Billow: P. and V. κῦμα, τό, κλύδων, ὁ, κλυδώνιον, τό. Surf: P. and V. ῥόθιον, τό (Thuc. 4, 10),
    2 KB (201 words) - 10:09, 21 July 2017
  • κόρυσσε δὲ κῦμα ῥόοιο, ἐκορύφωσε (πρβλ. κορυφόω), Ἰλ. Φ. 306· (οὕτω δὲ καὶ τὰ πόλεμον, κλόνον μάχην κορύσσειν, δύνανται νὰ νοηθῶσι). ― Παθ., κῦμα θαλάσσης
    13 KB (1,127 words) - 11:45, 26 February 2019

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)