Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "λάφυρα" on this wiki. See also the other search results found.

  • ρύσιον, σύλη. τα (AM λάφυρα) βλ. λάφυρο. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο λάφῠρα: [λᾰ], τά (λαμβάνω)
    5 KB (458 words) - 15:15, 2 October 2019
  • η (Α ἁρπαγή) αρπάζω η βίαιη αφαίρεση ξένων πραγμάτων αρχ. 1. τα λάφυρα, η λεία 2. η απληστία, η επιθυμία αρπαγής. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    283 bytes (30 words) - 06:58, 29 September 2017
  • (κυρίως στον πληθ.) τὰ σκῡλα τα όπλα που αφαιρούνται από σκοτωμένο εχθρό, λάφυρα («Πέρσεις τε Τροίαν, σκῡλά τ' εἰς μέλαθρα τὰ σὰ πέμψεις», Σοφ.) 2. φρ. «σκῡλα
    2 KB (161 words) - 15:20, 15 January 2019
  • λαφυραγωγῶ, -έω) λαφυραγωγός 1. αποκομίζω κάτι ως πολεμική λεία, αρπάζω πολεμικά λάφυρα («τὰ δ' ἐλαφυραγώγησαν Ῥωμαῑοι κρατήσαντες βιαίως», Στράβ.) 2. ληστεύω,
    491 bytes (37 words) - 06:42, 29 September 2017
  • from the dead: P. and V. σκῦλα, τά (sing. also in V.), σκυλεύματα, τά, V. λάφυρα, τά; see strip. Bear arms against, v.: P. ὅπλα ἐπιφέρειν (dat.). By force
    877 bytes (106 words) - 09:20, 21 July 2017
  • το (AM λάφυρον, Α, στους Αργείους, φάλυρον) συν. στον πληθ. τα λάφυρα τα πράγματα του ηττημένου που διαρπάζονται κατά τις πολεμικές επιχειρήσεις από τον
    1 KB (89 words) - 11:30, 14 January 2019
  • λέγεται και για πράγματα 2. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τὰ αἰχμάλωτα, λεία, λάφυρα 3. αἰχμαλωτικός. [ΕΤΥΜΟΛ. < αἰχμὴ + ἁλωτὸς < ἁλίσκομαι (βλ. λ. αιχμή). ΠΑΡ
    1 KB (79 words) - 06:34, 29 September 2017
  • taken from a foe: P. and V. σκῦλα, τά (sing. also in V.). σκυλεύματα, τά. V. λάφυρα, τά. v. trans. P. and V. πορθεῖν, ἐκπορθεῖν, διαπορθεῖν, ἁρπάζειν, ἀναρπάζειν
    1 KB (133 words) - 16:54, 7 August 2017
  • from the foe: P. and V. σκῦλα, τά (sing. also in V.), σκευλεύματα, τά, V. λάφυρα, τά. Person or thing preyed on: V. σκῦλον, τό, ἕλωρ, τό, ἕλκημα, τό, διαφθορά
    850 bytes (99 words) - 09:23, 21 July 2017
  • και λαφύρι, το βοτ. κοινή ονομασία φυτού. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    110 bytes (16 words) - 06:42, 29 September 2017
  • (-έω) (AM ἐκπορθῶ) κυριεύω, λεηλατώ, καταστρέφω αρχ. 1. παίρνω ως λάφυρα 2. φρ. «ὑπ' ἄτης ἐκπεπόρθημαι» — έχω αφανιστεί από τη θεϊκή τιμωρία. Αναζήτηση
    338 bytes (31 words) - 06:39, 29 September 2017
  • ) 3. κόσμημα, στολίδι που φοριέται 4. το φορείο με το οποίο μετέφεραν τα λάφυρα και τις εικόνες τών θεών κατά τις πομπές 5. (με περιλπτ. σημ.) αυτοί που
    2 KB (151 words) - 12:54, 29 September 2017
  • ἁρπαγή, ἡ. Arms taken from the dead: P. and V. σκῦλα, τά, σκύλευμα, τά, V. λάφυρα, τά. Booty, prey: P. and V. ἄγρα, ἡ (Plat. but rare P.), ἄγρευμα, τό (Xen
    2 KB (187 words) - 10:03, 21 July 2017
  • 643, τὰ κλεινὰ δ' Ἑλλὰς ἔλαβε βαρβάρου κόρας λάφυρα Eur. Herc. Fur. 416; in Prosa, ἀποδόμενος τὰ λάφυρα Xen. Hell. 5, 1, 24; Sp., wie Pol. 3, 17, 7; Plut
    2 KB (177 words) - 23:28, 31 December 2018
  • μισθός», μέσ. ινδ. panaie «διαπραγματεύομαι, αγοράζω», αρχ. σλαβ. plĕnŭ «λεία, λάφυρα»). Παρετυμολογική, εξάλλου, θεωρήθηκε η σύνδεση του τ. με τη λ. ἐμπολή «εμπόρευμα
    4 KB (296 words) - 13:00, 15 February 2019
  • κοσμήματα του σκοτωμένου εχθρού («λιπὼν ἔναρα βροτόεντα», Ησίοδ.) 2. γεν. τα λάφυρα, η λεία του πολέμου («κλυτῶν ἐνάρων», Σοφ.). Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    344 bytes (34 words) - 07:08, 29 September 2017
  • 6.68, Hes.Sc. 367.--Ep. word (used by S.Aj.177 (lyr.)) for Trag. σκῦλα, λάφυρα. [Seite 829] τά, die dem getödteten Feinde abgenommene Rüstung, spolia
    8 KB (832 words) - 14:35, 2 October 2019
  • ἐξαιροῡμαι α) (για φορτίο) ξεφορτώνομαι β) υπερέχω 4. (για αιχμαλώτους, λάφυρα κ.λπ.) διαλέγω και δίνω σε κάποιον για να τον τιμήσω («Δημοσθένει έξῃρέθησαν
    3 KB (232 words) - 07:09, 29 September 2017
  • ἤλιθα (Α) επίρρ. 1. αρκετά, υπερβολικά («ληίδα συνελάσσαμεν ἤλιθα πολλήν» — λάφυρα συγκεντρώσαμε πάρα πολλά, Ομ. Ιλ.) 2. άσκοπα, μάταια («οἵ τε πέτονται ἤλιθα»
    698 bytes (43 words) - 07:16, 29 September 2017
  • ἐναρηφόρος, -ον και δωρ. τ. έναραφόρος, -ον (Α) αυτός που φέρει έναρα, λάφυρα, πολεμικά τρόπαια. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια |
    202 bytes (24 words) - 07:08, 29 September 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)