Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "λάφυρα" on this wiki. See also the other search results found.

  • Page 2,91 λάφυρα = arms stripped from the dead, arms taken from a foe, arms taken from the dead, arms taken from the foe ⇢ Look up "λάφυρα" on Google
    5 KB (506 words) - 09:05, 8 July 2020
  • η (Α ἁρπαγή) αρπάζω η βίαιη αφαίρεση ξένων πραγμάτων αρχ. 1. τα λάφυρα, η λεία 2. η απληστία, η επιθυμία αρπαγής. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    283 bytes (30 words) - 06:58, 29 September 2017
  • (κυρίως στον πληθ.) τὰ σκῡλα τα όπλα που αφαιρούνται από σκοτωμένο εχθρό, λάφυρα («Πέρσεις τε Τροίαν, σκῡλά τ' εἰς μέλαθρα τὰ σὰ πέμψεις», Σοφ.) 2. φρ. «σκῡλα
    2 KB (161 words) - 15:20, 15 January 2019
  • λαφυραγωγῶ, -έω) λαφυραγωγός 1. αποκομίζω κάτι ως πολεμική λεία, αρπάζω πολεμικά λάφυρα («τὰ δ' ἐλαφυραγώγησαν Ῥωμαῑοι κρατήσαντες βιαίως», Στράβ.) 2. ληστεύω,
    491 bytes (37 words) - 06:42, 29 September 2017
  • from the dead: P. and V. σκῦλα, τά (sing. also in V.), σκυλεύματα, τά, V. λάφυρα, τά; see strip. bear arms against, v.: P. ὅπλα ἐπιφέρειν (dat.). by force
    1,005 bytes (105 words) - 08:51, 20 May 2020
  • το (AM λάφυρον, Α, στους Αργείους, φάλυρον) συν. στον πληθ. τα λάφυρα τα πράγματα του ηττημένου που διαρπάζονται κατά τις πολεμικές επιχειρήσεις από τον
    1 KB (89 words) - 11:30, 14 January 2019
  • taken from a foe: P. and V. σκῦλα, τά (sing. also in V.). σκυλεύματα, τά. V. λάφυρα, τά. P. and V. πορθεῖν, ἐκπορθεῖν, διαπορθεῖν, ἁρπάζειν, ἀναρπάζειν, διαρπάζειν
    2 KB (134 words) - 08:50, 20 May 2020
  • from the foe: P. and V. σκῦλα, τά (sing. also in V.), σκευλεύματα, τά, V. λάφυρα, τά. person or thing preyed on: V. σκῦλον, τό, ἕλωρ, τό, ἕλκημα, τό, διαφθορά
    972 bytes (98 words) - 08:51, 20 May 2020
  • λέγεται και για πράγματα 2. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τὰ αἰχμάλωτα, λεία, λάφυρα 3. αἰχμαλωτικός. [ΕΤΥΜΟΛ. < αἰχμὴ + ἁλωτὸς < ἁλίσκομαι (βλ. λ. αιχμή). ΠΑΡ
    1 KB (79 words) - 06:34, 29 September 2017
  • και λαφύρι, το βοτ. κοινή ονομασία φυτού. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    110 bytes (16 words) - 06:42, 29 September 2017
  • ἁρπαγή, ἡ. arms taken from the dead: P. and V. σκῦλα, τά, σκύλευμα, τά, V. λάφυρα, τά. booty, prey: P. and V. ἄγρα, ἡ (Plato but rare P.), ἄγρευμα, τό (Xen
    2 KB (187 words) - 08:49, 20 May 2020
  • (-έω) (AM ἐκπορθῶ) κυριεύω, λεηλατώ, καταστρέφω αρχ. 1. παίρνω ως λάφυρα 2. φρ. «ὑπ' ἄτης ἐκπεπόρθημαι» — έχω αφανιστεί από τη θεϊκή τιμωρία. Αναζήτηση
    338 bytes (31 words) - 06:39, 29 September 2017
  • ) 3. κόσμημα, στολίδι που φοριέται 4. το φορείο με το οποίο μετέφεραν τα λάφυρα και τις εικόνες τών θεών κατά τις πομπές 5. (με περιλπτ. σημ.) αυτοί που
    2 KB (156 words) - 13:00, 8 July 2020
  • 643, τὰ κλεινὰ δ' Ἑλλὰς ἔλαβε βαρβάρου κόρας λάφυρα Eur. Herc. Fur. 416; in Prosa, ἀποδόμενος τὰ λάφυρα Xen. Hell. 5, 1, 24; Sp., wie Pol. 3, 17, 7; Plut
    2 KB (177 words) - 23:28, 31 December 2018
  • μισθός», μέσ. ινδ. panaie «διαπραγματεύομαι, αγοράζω», αρχ. σλαβ. plĕnŭ «λεία, λάφυρα»). Παρετυμολογική, εξάλλου, θεωρήθηκε η σύνδεση του τ. με τη λ. ἐμπολή «εμπόρευμα
    4 KB (296 words) - 13:00, 15 February 2019
  • κοσμήματα του σκοτωμένου εχθρού («λιπὼν ἔναρα βροτόεντα», Ησίοδ.) 2. γεν. τα λάφυρα, η λεία του πολέμου («κλυτῶν ἐνάρων», Σοφ.). Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    344 bytes (34 words) - 07:08, 29 September 2017
  • 6.68, Hes.Sc. 367.--Ep. word (used by S.Aj.177 (lyr.)) for Trag. σκῦλα, λάφυρα. Abbreviations: ALL | General | Authors & Works [Seite 829] τά, die dem
    8 KB (835 words) - 16:55, 8 July 2020
  • ἐξαιροῦμαι α) (για φορτίο) ξεφορτώνομαι β) υπερέχω 4. (για αιχμαλώτους, λάφυρα κ.λπ.) διαλέγω και δίνω σε κάποιον για να τον τιμήσω («Δημοσθένει έξῃρέθησαν
    3 KB (232 words) - 18:47, 24 October 2020
  • ἤλιθα (Α) επίρρ. 1. αρκετά, υπερβολικά («ληίδα συνελάσσαμεν ἤλιθα πολλήν» — λάφυρα συγκεντρώσαμε πάρα πολλά, Ομ. Ιλ.) 2. άσκοπα, μάταια («οἵ τε πέτονται ἤλιθα»
    698 bytes (43 words) - 07:16, 29 September 2017
  • ἐναρηφόρος, -ον και δωρ. τ. έναραφόρος, -ον (Α) αυτός που φέρει έναρα, λάφυρα, πολεμικά τρόπαια. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια |
    202 bytes (24 words) - 07:08, 29 September 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)