Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "λάχος" on this wiki. See also the other search results found.

  • obtenir ; v. λαγχάνω. λᾰχος    1 allotted share ἀπεόντος δ' οὔτις ἔνδειξεν λάχος Ἀελίου (O. 7.58) “ἔστι σοι τούτων λάχος” (N. 10.85) λάχος, τὸ (Α) 1. αυτό
    7 KB (569 words) - 03:40, 10 January 2019
  • subs. portion, share: P. and V. μέρος, τό, μοῖρα, ἡ, P. μόριον, τό, V. λάχος, τό. division: P. and V. μερίς, ἡ, μέρος, τό, μοῖρα, ἡ. direction: see direction
    3 KB (421 words) - 13:07, 7 October 2019
  • subs. Share: P. and V. μέρος, τό, μοῖρα, ἡ, P. μόριον, τό, V. λάχος, τό. Division: P. and V. μερίς, ἡ, μέρος, τό, μοῖρα, ἡ. Allowance: V. μέτρημα, τό.
    1 KB (158 words) - 09:49, 21 July 2017
  • subs. P. and V. μέρος, τό, μοῖρα, ἡ, P. μόριον, τό, V. λάχος, τό. Partnership: P. and V. κοινωνία, ἡ, Ar. and P. μετουσία, ἡ. Have equal share in, v.:
    2 KB (209 words) - 10:03, 21 July 2017
  • allotted: P. κλῆρος, ὁ. What is allotted, share: P. and V. μέρος, τό, V. λάχος, τό. Land for allotment: Ar. γῆ κληρουχική. Look up allotment on Perseus
    421 bytes (49 words) - 09:19, 21 July 2017
  • ἵστασθαι μετά (gen.). What is allotted, share: P. and V. μέρος, τό. V. λάχος, τό. Allotment of land: P. κλῆρος, ὁ. Lot used in determining chances: P
    3 KB (309 words) - 09:25, 10 January 2019
  • 181 n. 2 (S. 182; after Thieme): to Skt. lakṣá- stake (: λάχος as vatsá-: Ϝέτος; but λάχος is innovation). On earlier attempts s. Bq. - A notable agreement
    60 KB (5,800 words) - 14:00, 3 October 2019
  • κρατούμεναι Id.Fr. 286.12; χωρεῖτε, λόγχη Id.Cret.45. λόγχ-η (B), ἡ, Ion. for λάχος,    A lot (cf. λέλογχα), Ion Hist.15, SIG1013.12 (Chios, iv B. C.), Hsch
    17 KB (1,534 words) - 14:00, 3 October 2019
  • κλώθουν το νήμα της ζωής) προκαθορίζω, προαποφασίζω, προδιαγράφω («τοῦτο γὰρ λάχος διανταία Μοῑρ’ ἐπέκλωσεν ἐμπέδως ἔχειν», Αισχύλ.) 3. (για θεούς) δίνω, παρέχω
    1 KB (83 words) - 12:25, 15 February 2019
  • (λαχαίνω), das Graben, τάφων πατρῴων λαχαί Aesch. Spt. 897. ἡ (λαχεῖν), = λῆξις, λάχος, VLL. ῆς (ἡ) : fosse, trou creusé. Étymologie: DELG cf. λάχανον. Par. λάκκος
    859 bytes (66 words) - 03:20, 10 January 2019
  • ):—so in Act., φιτρὸν τὸν Μοῖρ' ἐπέκλωσεν ζωᾶς ὅρον ἔμμεν B.5.143; τοῦτο γὰρ λάχος . . Μοῖρ' ἐπέκλωσεν ἐμπέδως ἔχειν A. Eu.335 (lyr.); ἐπεὶ τό γε (sc. θανεῖν)
    7 KB (623 words) - 19:50, 9 January 2019
  • no means. οὔτις (v. οὐ 8. c.)    1 no one ἀπέοντος δ' οὔτις ἔνδειξεν λάχος Ἀελίου (O. 7.58) εὑρίσκοντο τιμάν, οἵαν οὔτις Ἑλλάνων δρέπει (P. 1.49) οὔτις
    9 KB (845 words) - 12:00, 26 February 2019
  •    A μόρσιμος, μόριμον δέ οἵ ἐστ' ἀλέασθαι Il.20.302; μ. υἱός Pi.O.2.38; λάχος A.Ch.361 (lyr.). [Seite 207] ον, poet. = μόρσιμος, μόριμον δέ οἵ ἐστ' ἀλέασθαι
    2 KB (163 words) - 11:15, 14 January 2019
  • εος, τό,    A first lot, Suid. s.v. λάχος. πρόλᾰχος: -εος, τό, ὁ πρῶτος κλῆρος, Σουΐδ. ἐν λ. λάχος. -άχεος, τὸ, Μ (κατά το λεξ. Σούδα) «ὁ πρῶτος κλῆρος»
    870 bytes (43 words) - 12:21, 29 September 2017
  • δεικνύω, ὑποδεικνύω, «δείχνω», Λατ. indicare, ἀπεόντος δ’ οὕτις ἔνδειξεν λάχος Ἀελίου, ἀπόντος τοῦ Ἡλίου οὐδεὶς ὑπέδειξεν (ἢ ὑπέμνησεν) εἰς τὸν Δία τὸν
    25 KB (2,476 words) - 13:40, 3 October 2019
  • (A), ὁ,    A = λάχος, Sch.Theoc.8.30, Eust.1521.48. λαχμός (B), ὁ,    A = λακτισμός, Antim.54. λαχμός (C), ὁ,    A v.l. for λάχνος (A) in Od.9.445, cf
    2 KB (143 words) - 11:50, 9 January 2019
  • ἐκέλευσεν δ' αὐτίκα (sc. Ἀέλιος) χρυσάμπυκα μὲν Λάχεσιν χεῖρας ἀντεῖναι (cf. λάχος v. 58) (O. 7.64) πολὺν ῥόθον ἵεσαν ἀπὸ στομάτων Ἐλείθυιά τε καὶ Λάχεσις at
    4 KB (350 words) - 14:20, 14 January 2019
  • τοῦ Seidler: ὡς ἐστὶ λόγος Θυέστου, ἀλλ’ ἡ ἔννοια ἀπαιτεῖ μᾶλλον, ὡς ἐστὶ λάχος ἢ πάλος Θυέστου, πρβλ. Αἰσχύλ. Πέρσ. 779. Ἴδε σημ. Paley ἐν τόπῳ. ου (ὁ) :
    5 KB (363 words) - 14:50, 9 January 2019
  • 31.4, 35.32. II fig. 1 supervisar, dirigir ποίας δὲ τιμῆς ἀρχιτεκτονεῖς λάχος; ¿qué parte te toca supervisar? A.Fr.281a.16 (cf. ap. crít.), ἀρχιτεκτονοῦντος
    5 KB (333 words) - 11:45, 10 January 2019
  • διεκτετρημέναι διανταίοις τρήμασι Orib.49.24.15 •fig. inflexible τοῦτο γὰρ λάχος διανταία Μοῖρ' ἐπέκλωσεν A.Eu.334. 2 anat. que se extiende a todo lo largo
    6 KB (530 words) - 20:51, 9 January 2019

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)