Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "λίναμαι" on this wiki. See also the other search results found.

  • τρέπομαι, Hsch. λίναμαι (Α) (κατά τον Ησύχ.) «τρέπομαι». [ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. λιάζομαι. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    543 bytes (24 words) - 03:10, 3 January 2019
  • -σ-) ενός αρχαϊκού ενεστ. με έρρινο ένθημα λίναμαι «(εκ)τρέπομαι», γλώσσα που παραδίδει ο Ησύχιος. Ο τ. λίναμαι συνδέεται με αρχ. ινδ. lināti «εξαφανίζομαι»
    15 KB (1,393 words) - 15:15, 2 October 2019
  • [probably] Etymology: Unknown. Several proposals, all very hypothetical: to λίναμαι, λιάζομαι (Prellwitz Et.Wb., Bq, Brugmann Grundr.2 2 : 3, 300, Schwyzer
    14 KB (1,374 words) - 14:50, 2 October 2019
  • with nasal infix, which was generalized: δυ-ν-ά-σθην for *δυά-σθην (cf. λίναμαι : λιάσθην), δυ-ν-ήσομαι for *δυή-σομαι etc., and in nouns δύναμις etc. An
    82 KB (8,913 words) - 13:40, 3 October 2019