Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "λατρεία" on this wiki. See also the other search results found.

  • slang.gr | Κάτο λατρεία: ἡ (λατρεύω)· 1. μισθωτή υπηρεσία, δουλεία, σε Τραγ. 2. λατρεία τοῦ θεοῦ, θεῶν, υπηρεσία στους θεούς, λατρεία των θεών, σε Πλάτ
    8 KB (753 words) - 13:55, 3 October 2019
  • subs. P. διακονία, ἡ, Ar. and P. ὑπηρεσία, ἡ, P. and V. λατρεία, ἡ (Plat.), θεραπεία, ἡ, θεράπευμα, τό (Eur., H.F. 633), ὑπηρέτημα, τό, V. λατρεύματα,
    2 KB (248 words) - 23:08, 24 August 2019
  • η (AM εἰδωλολατρία) η λατρεία τών ειδώλων, πολυθεϊκή λατρεία ļ Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    245 bytes (19 words) - 07:06, 29 September 2017
  • (θρησκεύω) θρησκευτικὴ λατρεία ἢ συνήθεια, Ἡρόδ. 2. 18, 37 (ἔν τισι τῶν Ἀντιγρ. θρησκίη ἀντὶ -ηΐη)· -θρησκεία, τιμή, λατρεία τοῦ θείου καὶ πίστις, Πράξ
    9 KB (802 words) - 13:40, 3 October 2019
  • subs. P. θεραπεία, ἡ, θεράπευμα, τό, λατρεία, ἡ. honour: P. and V. τιμή, ἡ V. σέβας, τό. religion: P. and V. τὰ θεῖα. ritual: P. and V. τελετή, ἡ, or pl
    980 bytes (120 words) - 09:41, 7 August 2017
  • ιερουργώ ιεροτελεστία, θρησκευτική τελετή, τέλεση τών σχετικών με τη θεία λατρεία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    272 bytes (28 words) - 07:18, 29 September 2017
  • αμερόληπτος. [ΕΤΥΜΟΛ. Συνδέεται με το ἅγιος και με το σανσκρ. yajna (= λατρεία τών θεών, θυσία). Η λέξη φαίνεται συνώνυμο της λ. ἅγιος, αλλά είναι αρχαιότερη
    2 KB (173 words) - 06:31, 29 September 2017
  • subs. Service: P. διακονία, ἡ, Ar. and P. ὑπηρεσία, ἡ, P. and V. λατρεία, ἡ (Plat.), θεραπεία, ἡ; see tendance. Presence, subs.: P. and V. παρουσία, ἡ
    682 bytes (74 words) - 09:22, 21 July 2017
  • νεκρική λατρεία και στη μεταθανάτια θεοποίηση ανθρώπων (π. χ. Θησέας). Γι' αυτό η λ. ήρωας χρησιμοποιείται και για νεκρό ή φάντασμα. Η λατρεία τών ηρώων
    4 KB (329 words) - 06:40, 29 September 2017
  • Ἀθηνᾱς» — τα μέλη θρησκευτικού σωματείου το οποίο φρόντιζε τα σχετικά με τη λατρεία της Αθηνάς επιγρ.. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιερ(ο)- + -ουργος (< έργον), πρβλ. δραματ-ουργός
    999 bytes (72 words) - 07:18, 29 September 2017
  • χορό που αποτελείται συνήθως από σατύρους, στενά δεμένο με τη διονυσιακή λατρεία μσν.- νεοελλ. «τὸ θεῑον δρᾱμα» — τα πάθη του Χριστού από τη σύλληψη ώς τον
    2 KB (166 words) - 07:05, 29 September 2017
  • αμφίβολη. Πρόκειται για αρχαία λ. που διασώθηκε λόγω της συνδέσεως της με τη λατρεία της «τροφού Δήμητρας». Από τις ομηρικές φράσεις όπου απαντά (πρβλ. Δημήτερος
    4 KB (315 words) - 12:25, 8 January 2019
  • η (σε πρωτόγονους λαούς) η λατρεία τών κρανίων φονευθέντων ατόμων. [ΕΤΥΜΟΛ. < κρανίο + λατρεία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια |
    315 bytes (22 words) - 07:25, 29 September 2017
  • ὠκύπτερος», Ομ. Ιλ.) αρχ. 1. είδος ψαριού 2. ονομασία αξιώματος τών μυημένων στη λατρεία του Μίθρα 3. είδος επιδέσμου. [ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. ἱέραξ είναι υστερογενής. Ο ομηρ
    3 KB (180 words) - 07:18, 29 September 2017
  • τοῑς εἰδώλοις», ΠΔ) νεοελλ. 1. πρόσωπο στο οποίο απονέμεται υπερβολική λατρεία («ήταν το είδωλο της δεκαετίας») 2. ψεύτικες ιδέες που από παράδοση και
    2 KB (181 words) - 07:06, 29 September 2017
  • ἐπικουρία, Β΄ Ἐπιστ. π. Κορ. θ΄, 12, Ἐπιστ. π. Φιλ. β΄, 30. ΙΙΙ. ἡ δημοσία λατρεία τῶν θεῶν, λ. αἱ πρὸς τοὺς θεοὺς Ἀριστ. Πολιτικ. 7. 10, 11· τὰς [τῶν θεῶν]
    19 KB (1,756 words) - 14:09, 3 October 2019
  • Βαλαωρ.) νεοελλ.-μσν. (για τις ιερές εικόνες) επαναφέρω σε κοινή λατρεία, αποκαθιστώ τη λατρεία τους μσν. υψώνω τιμητική στήλη για κάποιον αρχ. 1. ανεγείρω
    1 KB (81 words) - 06:53, 29 September 2017
  • πρότυπο του νεώτερου ευρωπαϊκού δράματος, που, συνδεδεμένο αρχικά με τη λατρεία του Διονύσου και τον διθύραμβο τών δωρικών περιοχών, εξελίχθηκε αργότερα
    4 KB (283 words) - 12:58, 29 September 2017
  • η η λατρεία του ήλιου ως θεού. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ. heliolatry < helio- (πρβλ. ηλιο-) + -latry (πρβλ. λατρία < -λάτρης ή λατρεία < λατρεύω)
    691 bytes (45 words) - 07:16, 29 September 2017
  • η 1. η λατρεία που προσφέρεται στους ήρωες, ο υπερβολικός θαυμασμός προς έναν ήρωα (ζωντανό ή νεκρό) 2. η λατρεία ή ο υπερβολικός θαυμασμός προς έναν θνητό
    769 bytes (58 words) - 07:17, 29 September 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)