Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "λαχεῖν" on this wiki. See also the other search results found.

  • | Authors & Works [Seite 20] aor. zu λαγχάνω. inf. ao.2 de λαγχάνω. λᾰχεῖν: inf. aor. 2 к λαγχάνω.
    510 bytes (31 words) - 10:38, 31 January 2021
  • Pl.Grg.473e: c. gen., λαχεῖν τῶν ἐξιόντων to be chosen by lot as one of... D.21.133; also οἱ ταμίαι οἱ λαχόντες IG12.91.21; λαχεῖν βασιλεύς, ἐπιμελητής
    59 KB (5,813 words) - 11:50, 20 April 2021
  • τι· μετὰ γεν., οὔθ᾿ ὑμεναίων ἔγκλ. Σοφ. Ἀντ. 814· λαχεῖν ἔγκληρά τινι, «τῆς αὐτῆς μοίρας τυχεῖν, λαχεῖν ὅμοια» (Σχόλ.), αὐτόθι 837. 2) ἔχων μερίδιον εἴς
    6 KB (606 words) - 13:10, 20 April 2021
  • generally, = κλῆρος, lot, τόνδε τὸν πάλον λαχόην Sapph.9, cf. A.Th.376; πάλῳ λαχεῖν ib. 126, Hdt.4.94, 153, Aen.Tact.20.2; πάλῳ ἀρχὰς ἄρχειν Hdt.3.80; πάλου
    6 KB (526 words) - 16:35, 30 December 2020
  • Fr.1.5; ὕπνου τυχεῖν Ar.Ach.713; μικρὸν ὕπνου λαχών X. An.3.1.11; ὕπνου λαχεῖν μέρος Cratin.218; ἐν ὕπνῳ or ὕπνῳ πεσεῖν to fall a-sleep, Pi.I.4(3).23(41)
    19 KB (1,878 words) - 13:20, 20 April 2021
  • περιπτώσει («μάλα γὰρ κεχολώσεται ἔμπης», Ιλ. «ἔμπας τις αὐτήν ἄλλος ὤφελεν λαχεῖν», Αισχ.). * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    669 bytes (61 words) - 09:05, 27 March 2021
  • что-л.; 2) расплата, возмездие, кара (τινος Aesch., Polyb., Luc.): ξιφέων ἐ. λαχεῖν Soph. пасть от меча. ἐπίχειρα = penalty ⇢ Look up "ἐπίχειρα" on Google
    619 bytes (66 words) - 14:17, 4 July 2020
  • 2.46, etc.; πρός τινος Id.1.120; ἐν μεγάλῃτιμῇ εἶναι X.An.2.5.38; τιμῆς λαχεῖν, τυχεῖν, S.Ant.699, El.364 (v.l.); οἱ γεραίτεροι ταῖς τῶν νέων τιμαῖς ἀγάλλονται
    60 KB (5,540 words) - 12:25, 20 April 2021
  • prevent, τινα E.Med. 1258 (lyr.): c. acc. et inf., κατείργοντας νεκροὺς τάφου… λαχεῖν Id.Supp.308: abs., delay, Id.Alc.256 (lyr.); limit, τὴν φιλαρχίαν Plu. Pomp
    9 KB (763 words) - 18:20, 5 February 2021
  • descendants) to be put in legal possession of an inheritance, τοῦ κλήρου λαχεῖν τὴν λ. ἠξίωσεν Is.3.2, cf. Arist.Ath.43.4. λῆξις (B), εως, ἡ, (λήγω) A cessation
    9 KB (788 words) - 18:15, 5 February 2021
  • covenant, bond, in acknowledgement of a loan (v. συμβάλλω 1.6), συμβολαίου λαχεῖν (sc. δίκην) obtain leave to bring an action for enforcing a contract, Lys
    16 KB (1,409 words) - 10:10, 31 December 2020
  • for lookup in third sources: λαχεῖν, A v. λαγχάνω. * Abbreviations: ALL | General | Authors & Works λάχε: λαχεῖν, ἴδε ἐν λέξ. λαγχάνω. 3ᵉ sg. ao
    729 bytes (50 words) - 13:40, 30 December 2020
  • Gericht, Poll. 8, 113 bei Bekker richtig getrennt, wie Hesych. ἐφ' ὕδωρ λαχεῖν sagt.
    240 bytes (24 words) - 19:19, 2 August 2017
  • 3.89; εἰς ἀ. καθίστασθαι Th.8.70; εἰς τὴν ἀ. εἰσιέναι D.59.72, etc.; ἀ. λαχεῖν to obtain an office, Id.57.25; Ἑλληνοταμίαι τότε πρῶτον κατέστη ἀ. Th.1
    54 KB (5,872 words) - 09:02, 23 May 2021
  • life, death, Pi.O.5.22, Pl.Phd.118, etc.; τ. ὑστάτη S.Tr.1256; τελευτῆς λαχεῖν, τυχεῖν, Th.2.44, X.HG4.4.6; τ. δοῦναι Id.Cyr.8.7.3; periphr., θανάτοιο
    17 KB (1,621 words) - 12:35, 20 April 2021
  • [Seite 20] ἡ (λαχαίνω), das Graben, τάφων πατρῴων λαχαί Aesch. Spt. 897. ἡ (λαχεῖν), = λῆξις, λάχος, VLL. ῆς (ἡ) : fosse, trou creusé. Étymologie: DELG cf
    859 bytes (66 words) - 03:20, 10 January 2019
  • ἀγαθαί (O. 7.10) ἔνθα ποθ' Ἁρμονίαν [φ]άμα Κάδμον ὑψη[λαῖ]ς πραπίδες[σι λαχεῖν (Π̆{S}: φαμεν Π.) Δ. 2. 27. add. gen., ἐκ λεχέων ἀνάγει φάμαν παλαιὰν εὐκλέων
    1 KB (127 words) - 12:50, 8 July 2020
  • loting:; τόνδε τὸν πάλον λαχοίην moge ik dat lot trekken Sapph. 33.2; πάλῳ λαχεῖν bij loting verkrijgen Aeschl. Sept. 55; πάλου κύρσαι een lot treffen Aeschl
    547 bytes (67 words) - 07:48, 1 January 2019
  • israelitas, LXX Ex.6.6 •astrol. predominio, posición dominante τὴν δυναστείαν λαχεῖν determinada gradación astrológica, Vett.Val.76.22 •fig., ref. abstr. dominio
    11 KB (1,095 words) - 01:10, 30 December 2020
  • ποιηταῖς, ἐνίοτε μετὰ μετριωτέρας ἀντιθέσεως, ἔμπας τις αὐτὴν ἄλλος ὤφελεν λαχεῖν Αἰσχύλ. Προμ. 48, Εὐμ. 229, Σοφ. Ἀντ. 845, Εὐρ. Κύκλ. 535· μετὰ τὸ δέ, Πινδ
    21 KB (2,306 words) - 13:05, 20 April 2021

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)