Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "λα-" on this wiki. See also the other search results found.

  • λα- (Α) προθεματικό επιτατικό μόριο (πρβλ. ζα-) άγνωστης ετυμολ. που απαντά σε περιορισμένο αριθμό συνθέτων (πρβλ. λα-κατάρατος λα-καταπύγων, λα-πτυήρ
    2 KB (164 words) - 15:20, 2 October 2019
  • νεοελλ. μουσ. α) το μεταξύ έξι φθόγγων της μουσικής κλίμακας διάστημα, π.χ. ντο-λα, ρε-σι κ.λπ. β) έκτης συγχορδία η πρώτη αναστροφή τρίφωνης συγχορδίας αρχ
    730 bytes (68 words) - 20:36, 22 December 2018
  • GN (Laconia) Λα̃ς and Λᾶ (Th., Paus., St.Byz. a.o.; acc. Λάαν Β 585). Other forms: gen. etc. λα̃-ος, -ι, -αν (-α Call.), pl. λᾶ-ες etc. (Il.); also as
    16 KB (1,797 words) - 13:35, 2 October 2019
  • ανήκουν η καθεμιά 2. ναυτ. ανάπρωρη αλλαγή πορείας πλοίου, κν. βόλτα ή όρτσα λα μπάντα 3. (μετεωρ.) η αύξηση της θερμοκρασίας του αέρα σε ένα στρώμα της στρατόσφαιρας
    1 KB (97 words) - 06:54, 29 September 2017
  • λᾶ: и λᾶα Anth. (= λᾶαν) acc. к λᾶας.
    86 bytes (8 words) - 06:00, 31 December 2018
  • préfixe augmentatif, intensif. Étymologie: DELG étym. ignorée ; pas de rapport démontrable avec λίαν.
    152 bytes (13 words) - 20:01, 9 August 2017
  • [λᾰ], τά, Arg. φάλυρα SIG56.9 (v B.C.):—   A spoils taken in war, A.Th.278, 479, E.HF417 (lyr.), S.Aj.93; ἀρετᾶς λ. Id.Tr.646 (lyr.), cf. X.HG5.1.24, Aen
    5 KB (458 words) - 15:15, 2 October 2019
  • συμφιλιωθεί με τη βασίλισσα Μαρία Αντουανέτα, έπεσε θύμα της κόμισσας ντε λα Μοτ και του Καλιόστρο, οι οποίοι του εμφάνισαν τη δεσποινίδα ντε Ολίβα ως
    2 KB (174 words) - 12:16, 29 September 2017
  • -γ-. Λόγω της μεσολάβησης του λατ. τ. με -e- επικράτησε η ορθγρ. λα(γ)ήνα αντί του λα(γ)ύνα]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    754 bytes (61 words) - 07:27, 29 September 2017
  • -λα και -λούσα, -λικο αυτός που έχει άσπρα μαλλιά. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    109 bytes (18 words) - 06:39, 29 September 2017
  • [etym. unknown] Etymology: Unexplained. Prellwitz proposed from *μασ- λα (or *μα-λα) to μαίομαι, μάσ-σασθαι touch, examine. μήλη, ἡ, a probe, etc., Lat
    4 KB (351 words) - 15:40, 2 October 2019
  • sense (cf. λα-) in λαίμαργος, λαίσκαπρος, λαίσπαις. λαΐα,    A v. λᾴα. λαι-: λαισ-, ἀχώριστον προθετικὸν μόριον, μετ’ ἐπιτατ. σημασία (πρβλ. λα-) ἐν τοῖς
    977 bytes (57 words) - 07:31, 29 September 2017
  • 1 Compounds: Many old compp.: ΛαϜο-πτόλεμος, Ϝιό-λαϜος (Cor.), λαγέτας m. leader of the people (Pi.) from λαϜ-αγετας, Λα-έρ-της s.v., λαο-σσόος urging
    39 KB (4,230 words) - 14:00, 3 October 2019
  • ανθρώπινη φωνητική περιοχή, που εκτείνεται περίπου από το μεσαίο ντο ώς το δεύτερο λα υψηλότερα 2. (για τρουγουδίστρια) υψίφωνος 3. το πιο υψηλόφωνο όργανο μιας
    698 bytes (51 words) - 12:30, 29 September 2017
  • ημέρας, γεννιέμαι. [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολογίας. Η ρίζα της λέξης αἰγ- (το –λᾶ/λη μπορεί να θεωρηθεί ως επίθημα) συνδέεται πιθανώς με τη ρίζα aiĝ- «κινούμαι
    2 KB (171 words) - 09:00, 23 December 2018
  • τ. 124. 34. (Κατὰ τοὺς Γραμμ. ἐκ τοῦ λαι- ἐπιτατικοῦ καὶ τοῦ μαργός, ἴδε λα-). ος, ον : glouton, vorace. Étymologie: λαιμός, ἀργός¹. -η, -ο (AM λαίμαργος
    4 KB (273 words) - 11:10, 14 January 2019
  • λατρεύει τον ήλιο ως θεό. [ΕΤΥΜΟΛ. < ηλιο- + -λατρης (< λά-τρον), πρβλ. ανθρωπο-λάτρης, ειδωλο-λά-τρης]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    527 bytes (34 words) - 06:35, 29 September 2017
  • σφοδρή επιθυμία, λαχτάρα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἐκάη (αόρ. του καίομαι) + κατάλ. -λα (πρβλ. καύ-λα) ορθότ. γραφή αντί του καΐλα]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    819 bytes (53 words) - 07:20, 29 September 2017
  • αλλ. ίγλα, ίγγλα, γίγγλα, μεσιά. [ΕΤΥΜΟΛ. < ίγ(γ)λα «λουρί», το ν- από συνεκφορά με το άρθρο (την ίγ(γ)λα)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    815 bytes (48 words) - 12:03, 29 September 2017
  • -- subst. τὸ λίαν EUR l’excès, la violence. Étymologie: p. *λίλαν, de la R. Λα, vouloir ; cf. *λάω, λιλαίομαι. λῐαν  &nbnbsp; 1 overmuch μὴ κάμνε λίαν
    19 KB (1,934 words) - 13:50, 3 October 2019

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)