Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "λείαξ" on this wiki. See also the other search results found.

  • unbärtige Knabe, Hesych. λείαξ: ἢ λεῖαξ, ακος, ὁ, (λεῖος) «παῖς ἀρτιγένειος» Ἐτυμολ. Μέγ. 562. 19· λίαξ παρ’ Ἡσυχ. λείαξ, και κατά τον Ησύχ., λίαξ,
    1 KB (68 words) - 07:31, 29 September 2017
  • ὁ,    A v. λείαξ. λίαξ: ὁ, ἴδε λείαξ. λίαξ, ὁ (Α) λείαξ. [ΕΤΥΜΟΛ. Για το -ι- του τ. βλ. λειανός]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    562 bytes (29 words) - 07:32, 29 September 2017
  • ρίζα (βλ. και λίς, λιτός). ΠΑΡ. λειαίνω, λειότητα(-ης), λειώνω αρχ. λεία, λείαξ, λειώδης, λείως νεοελλ. λ(ε)ιανός. ΣΥΝΘ. (Α' συνθετικό) λειοποιώ, λειοτριβής
    6 KB (412 words) - 06:42, 29 September 2017
  • ἐστὶν ἄνθρωπος Arist.HA583a6; esp. of youths, smooth-chinned, beardless (cf. λείαξ), Theoc.5.90, cf. AP12.13 (Strat.); also, of fish, smooth, ἱππίδια Epich
    28 KB (2,538 words) - 14:00, 3 October 2019