Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "λείαξ" on this wiki. See also the other search results found.

  • unbärtige Knabe, Hesych. λείαξ: ἢ λεῖαξ, ακος, ὁ, (λεῖος) «παῖς ἀρτιγένειος» Ἐτυμολ. Μέγ. 562. 19· λίαξ παρ’ Ἡσυχ. λείαξ, και κατά τον Ησύχ., λίαξ,
    1 KB (81 words) - 13:42, 30 December 2020
  • third sources: ὁ, A v. λείαξ. * Abbreviations: ALL | General | Authors & Works λίαξ: ὁ, ἴδε λείαξ. λίαξ, ὁ (Α) λείαξ. [ΕΤΥΜΟΛ. Για το -ι- του τ
    541 bytes (42 words) - 13:35, 30 December 2020
  • ρίζα (βλ. και λίς, λιτός). ΠΑΡ. λειαίνω, λειότητα(-ης), λειώνω αρχ. λεία, λείαξ, λειώδης, λείως νεοελλ. λ(ε)ιανός. ΣΥΝΘ. (Α' συνθετικό) λειοποιώ, λειοτριβής
    6 KB (412 words) - 06:42, 29 September 2017
  • ἐστὶν ἄνθρωπος Arist.HA583a6; esp. of youths, smooth-chinned, beardless (cf. λείαξ), Theoc.5.90, cf. AP12.13 (Strat.); also, of fish, smooth, ἱππίδια Epich
    27 KB (2,583 words) - 10:35, 10 January 2021