Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "λημώδης" on this wiki. See also the other search results found.

  • λημαλέος, triefäugig, Alex. Trall. λημώδης: -ές, (λήμη, εἶδος) πλήρης λήμης, Ἀλέξ. Τραλλ. 2. σ. 151. -ες (Α λημώδης, -ώδες) λήμη γεμάτος λήμες, τσιμπλιασμένος
    863 bytes (45 words) - 07:32, 29 September 2017
  • 'become viscous', Engl. clammy.) γλᾰμῠρός: -ά, -όν, (ἴδε ἐν λ. λήμη) λημώδης, «τζιμπλιάρης», Λατ. gramiosus, Ἱππ. 641. 11· ὡσαύτως, ὀφθαλμοὶ γλ. ὁ αὐτ
    2 KB (200 words) - 07:02, 29 September 2017
  • with γλαμυξιάω (EM), for γλα[μο]-μυξος? - γλημώδης = γλαμυρός (Gal.) after λημώδης? Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]X [probably] Etymology: Unknown
    5 KB (392 words) - 14:35, 2 October 2019
  • αποτελεί παράλληλο τ. του γλᾰμ-υρός και σχηματίστηκε από συμφυρμό με το λημώδης «τσιμπλιάρης»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    1,014 bytes (59 words) - 07:02, 29 September 2017