Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "λιάζομαι" on this wiki. See also the other search results found.

  • Act. is not used exc. impf. λίαζον they loosened (the cables), Lyc.21. λιάζομαι: ἀόρ. ἐλιάσθην, Ἐπικ. γ΄ πληθ. λίασθεν Ὅμ.· γ΄ ἐν. ὑπερσ. λελίαστο Μόσχ
    15 KB (1,393 words) - 15:15, 2 October 2019
  • ὀδύρεσθαι IL se lamenter sans cesse; 2 dur, inflexible. Étymologie: ἀ, λιάζομαι. (λιάζομαι): unswerving, hence obstinate, persistent; πόλεμος, πόνος, γόος.
    6 KB (486 words) - 11:20, 10 January 2019
  • Lexil. I, 73 ff.; Hesych. erkl. ῥίπτειν, ταράσσειν; – im Gebrauch war nur λιάζομαι, ἐλιάσθην, seitwärts ausweichen, weggehen, gew. von Menschen, ἑτάρων ἄφαρ
    3 KB (278 words) - 11:35, 9 January 2019
  • τέλος, με την ΙΕ ρίζα swel- «(σιγο)καίω» είναι εντελώς αμφίβολη. ΠΑΡ. (η)λιάζομαι, (η)λιάζω, ηλιακός αρχ. Ηλιάδες, ηλιάς, ηλίτης, ηλιώδης, ηλιάω-ώ, ηλιόω-ώ/ούμαι
    8 KB (663 words) - 08:50, 23 December 2018
  • «τρέπομαι». [ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. λιάζομαι. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο See also: s. λιάζομαι
    543 bytes (24 words) - 03:10, 3 January 2019
  • ἡλιοθερῶ, -έω (Α) ηλιοθερής θερμαίνομαι στον ήλιο, λιάζομαι. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    139 bytes (17 words) - 06:38, 29 September 2017
  • 3ᵉ pl. épq. ao. Pass. de λιάζομαι. λίασθεν: эп. 3 л. pl. aor. pass. к λιάζομαι.
    169 bytes (16 words) - 23:48, 31 December 2018
  • ἐνηλιοῡμαι, -όομαι (Α) ηλιούμαι εκτίθεμαι στον ήλιο, φωτίζομαι από τον ήλιο, λιάζομαι. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    186 bytes (21 words) - 07:09, 29 September 2017
  • επίθ. «λοξός, πλάγιος», λεττον. leja «κοιλάδα, κοιλότητα», καθώς και με το λιάζομαι «απομακρύνομαι, ξεφεύγω» — σ' αυτή την περίπτωση πρέπει να αναχθεί σε ΙΕ
    3 KB (180 words) - 07:31, 29 September 2017
  • v. λιάζομαι.
    43 bytes (2 words) - 20:01, 9 August 2017
  •    A assembly (cf. ἁλίαA), or for ἀλ-λίασσις, = ἀναλίασσις, withdrawal (cf.λιάζομαι), IG4.554 (Argos, V B.C.). -ιος, ἁ decisión de la asamblea en Argos Schwyzer
    1 KB (63 words) - 06:50, 29 September 2017
  • zugleich weggehen, Sp. Α γέρνω συγχρόνως προς τα κάτω. [ΕΤΥΜΟΛ. < συν- + λιάζομαι «υποχωρώ, πέφτω»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    720 bytes (47 words) - 12:36, 29 September 2017
  • Etymology: Unknown. Several proposals, all very hypothetical: to λίναμαι, λιάζομαι (Prellwitz Et.Wb., Bq, Brugmann Grundr.2 2 : 3, 300, Schwyzer 693 w. n
    14 KB (1,374 words) - 14:50, 2 October 2019
  • Schwelle (*’Querbalken’), ohne m-Suffix z. B. lett. leja Tal, Niederung; auch λιάζομαι ausweichen (*’ausbiegen’) ist einbezogen worden (Solmsen Wortforsch. 21
    16 KB (1,562 words) - 15:11, 2 October 2019
  • bei Harpocr. ἡλιάζω: ψήνω εἰς τὸν ἥλιον, μάζας Στράβ. 773. - Παθ., «’λιάζομαι», θερμαίνομαι ἐν τῷ ἡλίῳ, Ἀριστ. Ι. Ζ. 9. 5, 7∙ κρέμαμαι, ὡς τὸ ἐξηλιάζω
    2 KB (186 words) - 06:35, 29 September 2017
  • λαγών». [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Η λ. πιθ. συνδέεται με τους τ. λιμός και λιάζομαι, καθώς και με το λιθουαν. leīlas «ισχνός»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    1 KB (75 words) - 07:31, 29 September 2017
  • λιάσθην: Επικ. αντί ἐλιάσθην, αόρ. του λιάζομαι· γʹ πληθ., λίασθεν, αντί ἐλιάσθησαν.
    197 bytes (12 words) - 00:04, 31 December 2018
  • τέλος, με την ΙΕ ρίζα swel- «(σιγο)καίω» είναι εντελώς αμφίβολη. ΠΑΡ. (η)λιάζομαι, (η)λιάζω, ηλιακός αρχ. Ηλιάδες, ηλιάς, ηλίτης, ηλιώδης, ηλιάω-ώ, ηλιόω-ώ/ούμαι
    38 KB (3,707 words) - 13:45, 3 October 2019
  • ἀλίαστος, -ον (Α) λιάζομαι 1. άκαμπτος, αλύγιστος, αμετάτρεπτος 2. ακατάπαυστος, ασταμάτητος, σφοδρός 3. (για πρόσωπα) άφοβος, ατρόμητος, ακατάβλητος 4
    519 bytes (37 words) - 06:19, 29 September 2017
  • εἱληθερέομαι: Μέσ., λιάζομαι στον ήλιο, σε Λουκ. εἱληθερέομαι: греться на солнце Luc. εἱληθερέομαι, Mid. to bask in the sun, Luc.
    296 bytes (20 words) - 21:25, 9 January 2019