Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "λιβανοφόρος" on this wiki. See also the other search results found.

  • tragend, hervorbringend, χώρα, Ath. XII, 517 b. λῐβᾰνοφόρος: -ον, φέρων λιβανωτόν, θυμίαμα, λιβανοφόρος χώρα Ἀθήν. 517Β· ἐν Ἀραβίᾳ τῇ λιβανωφόρῳ (διάφ.
    2 KB (104 words) - 16:50, 19 March 2021
  • Abbreviations: ALL | General | Authors & Works θυαφόρος, ὁ (Α) επιγρ. λιβανοφόρος, αυτός που φέρει θύα, λιβανωτό για τη θυσία. [ΕΤΥΜΟΛ. < θύα + -φόρος (<
    861 bytes (52 words) - 07:35, 24 August 2021
  • λιβάνι νεοελλ. λιβανιά. ΣΥΝΘ. (Α' συνθετικό) λιβανοθήκη, λιβανοπώλης, λιβανοφόρος αρχ. λιβανοειδής, λιβανοκαΐα, λιβανομάννα, λιβανόχρους μσν.- νεοελλ. λιβανομάντης
    12 KB (1,119 words) - 09:10, 7 April 2021