Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "λιπόναυς" on this wiki. See also the other search results found.

  • λιπόνεως. αος (ὁ, ἡ) qui abandonne son vaisseau. Étymologie: λείπω, ναῦς. λιπόναυς, ὁ, ἡ (Α) 1. αυτός που εγκαταλείπει το πλοίο στο οποίο υπηρετεί, που λιποτάκτησε
    2 KB (133 words) - 03:25, 10 January 2019
  • [Seite 52] = λιπόναυς, B. A. 412; τοὺς λιπόνεως, Dem. 50, 65. λῐπόνεως: -ων, = λιπόναυς, Δημ. 1226. 15, Λουκ. Κατάπλ. 3· ἴδε λειπανδρέω. λιπόνεως,
    960 bytes (62 words) - 03:25, 10 January 2019
  • νεώριο(ν) αρχ. νεωλκός, νεωρός. (Α' συνθετικό -ναυς) αρχ. άναυς, ελέναυς, λιπόναυς, χιλιόναυς. (Β' συνθετικό -νεως) αρχ. λιπόνεως, περίνεως. Αναζήτηση σε:
    6 KB (384 words) - 12:02, 29 September 2017
  • νεώριο(ν) αρχ. νεωλκός, νεωρός. (Α' συνθετικό -ναυς) αρχ. άναυς, ελέναυς, λιπόναυς, χιλιόναυς. (Β' συνθετικό -νεως) αρχ. λιπόνεως, περίνεως. Αναζήτηση σε:
    33 KB (3,142 words) - 14:45, 3 October 2019
  • ων,    A = λιπόναυς, D.50.65, Luc.Cat.3, Max.Tyr.9.7.
    503 bytes (13 words) - 23:05, 8 February 2013
  • λιπόθρους, λιποκτέανος, λιπόκωπος, λιπομαρτύριον, λιπόμαστος, λιπομήτωρ, λιπόναυς, λιπόνεως, λιπόξυλος, λιπόπαις, λιπόπατρις, λιποπάτωρ, λιποπνόη, λιπόπνους
    3 KB (187 words) - 06:43, 29 September 2017
  • λιπόθρους, λιποκτέανος, λιπόκωπος, λιπομαρτύριον, λιπόμαστος, λιπομήτωρ, λιπόναυς, λιπόνεως, λιπόξυλος, λιπόπαις, λιπόπατρις, λιποπάτωρ, λιποπνόη, λιπόπνους
    3 KB (187 words) - 07:28, 29 September 2017
  • покинувший свой корабль = λιπόναυς Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com | Krugosvet
    40 bytes (39 words) - 18:50, 14 October 2019
  • бросивший свой флот = λιπόναυς Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com | Krugosvet |
    40 bytes (39 words) - 17:15, 13 October 2019