Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "λιπόνηρος" on this wiki. See also the other search results found.

  • λῖ. * Abbreviations: ALL | General | Authors & Works λιπόνηρος: «λίαν πονηρός» Ἡσύχ. λιπόνηρος (Α) (κατά τον Ησύχ.) «λίαν πονηρός». [ΕΤΥΜΟΛ. < λῖ (άλλος
    777 bytes (46 words) - 07:33, 29 September 2017
  • links below for lookup in third sources: Adv., A = λίαν, Epich.223; cf. λιπόνηρος. * Abbreviations: ALL | General | Authors & Works
    328 bytes (20 words) - 14:20, 30 December 2020
  • 273, Herrn. 50, 317); λαισ- in λαίσπαις· βούπαις. Λευκάδιοι H.; λι- in λιπόνηρος· λίαν πονηρός H.; vgl. zu λίαν. Etymology : Verfehlte oder unsichere Kombinationen
    2 KB (175 words) - 18:45, 23 August 2021
  • λῖ wird aus Epich. 223 (Str. 8, 364) zitiert, ebenso als Vorderglied in λιπόνηρος· λίαν πονηρός H.; dazu λήν· λίαν H. Die Zugehörigkeit vom verstärkenden
    18 KB (1,972 words) - 18:57, 2 November 2021
  • Ἐπίχ. μετεχειρίζετο τὸ λὶ ἀντὶ τοῦ λίαν) λι-ὡσαύτως μένει ἐν τῷ συνθέτῳ λιπόνηρος, «λίαν πονηρὸς» παρ’ Ἡσυχ. άδος (ἡ) : 1 petite pierre; 2 pluie ou grêle
    3 KB (253 words) - 18:40, 11 January 2022
  • in λαίσπαις βούπαις. Λευκάδιοι H (also λάσπαις [codd. λαοπαις]; λι- in λιπόνηρος λίαν πονηρός H.; cf. on λίαν. λαι- in PN, z. B. Λαι-κλῆς, Λαι-σποδίας (Bechtel
    2 KB (175 words) - 18:30, 8 July 2020