Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "λοχαῖος" on this wiki. See also the other search results found.

  • slang.gr | Κάτο λοχαῖος: -α, -ον, = λόχιος, μυστικός, κρυφός, λαθραίος, σε Ανθ. λοχαῖος: скрытый, тайный (ἔρως Anth.). λοχαῖος, η, ον = λόχιος,]
    3 KB (233 words) - 12:50, 9 January 2019
  • 4. φρ. «λοχαῑος ἔρως» — κρυφός έρωτας 5. (κατά τον Φώτ.) «λοχαῑος σῑτος ὁ βαθύς ἢ ὁ δι' ἐπομβρίαν κεκλιμένος». [ΕΤΥΜΟΛ. < λόχος «γέννημα, τόκος» + κατάλ
    895 bytes (67 words) - 06:43, 29 September 2017
  • λιποῦσα having left the place where she bore the child, E.IT1241 (lyr.); cf. λοχαῖος: Subst. λοχεῖα, τά, = λοχεία 1, Hp. Mul.1.29, Ruf. ap. Orib.5.3.16.    2
    4 KB (276 words) - 11:50, 26 February 2019
  • ἀφανής, ἀθέατος, ἄφαντος, ἄφραστος, ἀπόθετος, ἀπόκρυφος, κρυφαῖος, κρύφιος, λοχαῖος, ἐποπτικός, λαθραῖος, κρυπτάδιος, μυστηριώδης, σκότιος, σκοτεινός Look
    481 bytes (57 words) - 09:50, 15 October 2019
  • ἄφραστος, κρυπτός, δυσεξεύρετος, ἐπίκρυφος, ἀπόκρυφος, κρυφαῖος, κρύφιος, λοχαῖος, ἐγκρύφιος, κρυπτάδιος, σκότιος, νοσφίδιος Look up in: Google | Wiktionary
    378 bytes (52 words) - 07:50, 15 October 2019
  • ), τὰ λόχια Nachgeburt (Hp., Arist.); λοχεῖος (E. in lyr., Plu. u. a.), λοχαῖος (Arat., AP u. a.) ib.; λοχίτης m. ‘zu einem und denselben λ. gehörig, Kriegskamerad’
    6 KB (802 words) - 15:45, 2 October 2019
  • discharge after child-birth (Hp., Arist.); λοχεῖος (E. in lyr., Plu.), λοχαῖος (Arat., AP ) id.; λοχίτης m. belonging to one and the same λ., war-fellow
    7 KB (727 words) - 03:40, 3 January 2019